Τετάρτη, 27 Δεκεμβρίου 2017

Θέμα: "Τι μπορεί να ελπίζει η Ελλάδα από τον νέο πλανητάρχη Donald Trump" ( To κείμενο της ομιλίας της Μαρίας Νεγρεπόντη-Δελιβάνη, στην Πυρίκαυστη Ελλάδα- Πρόεδρος ο Γιώργος Καλεάδης: 3/12/2016 Καβάλα)

Θέμα: "Τι μπορεί να ελπίζει η Ελλάδα από τον νέο πλανητάρχη Donald Trump"
( To κείμενο της ομιλίας της Μαρίας Νεγρεπόντη-Δελιβάνη,  στην Πυρίκαυστη Ελλάδα- Πρόεδρος ο Γιώργος Καλεάδης: 3/12/2016 Καβάλα)

=======================================

Η ομιλία μου θα έχει ως σύντομη εισαγωγή το "Που βρισκόμαστε" και αν υπάρχουν ελπίδες πραγματικής εξόδου από την κρίση. Και στη συνέχεια το κύριο σώμα της ομιλίας μου θα επικεντρωθεί  στην προσπάθεια αποκάλυψης τυχόν ευνοϊκών σημείων, για μας, αν υπάρχουν, από την καθοδόν  μεταβολή της διεθνούς οικονομικής τάξης, μετά την εκλογή του Donald Trump


Εισαγωγή: Που βρισκόμαστε;
========================
Θα αρκεστώ σε σύντομες διαπιστώσεις των πρόσφατων εξελίξεων του ελληνικού δράματος, καθώς έχω μιλήσει και γράψει άπειρες φορές  στο παρελθόν, για όλα αυτά.

*Το γενικό συμπέρασμα είναι ότι έχει παγιωθεί μια αβίωτη κατάσταση, που αποδεδειγμένα βρίσκεται σε λάθος κατεύθυνση, και που συνεχώς επιδεινώνεται. Παρότι αδιέξοδη  η αρρωστημένη  αυτή κατάσταση, ωστόσο   εκλαμβάνεται ως δεδομένη, ως μονοδρομική, και έτσι έχει  αποκλειστεί και δεν αναζητείται  άλλη λύση!

*Σε κάθε κομβικό σημείο του 3ου μνημονίου αρχίζουν ατελεύτητες διαπραγματεύσεις με τους δανειστές, επιστρατεύονται νέοι και ταλαντούχοι ειδικοί για τις συνομιλίες, κορυφώνεται η αγωνία, εξαγγέλλονται δήθεν "κόκκινες γραμμές", που δήθεν με τίποτε δεν πρόκειται να τις υπερβεί η ελληνική πλευρά, αλλά το τέλος είναι πάντοτε το ίδιο: οι όποιες "κόκκινες γραμμές" ποδοπατούνται, και η ελληνική πλευρά οριζοντιώνεται στις πιο απάνθρωπες, στις πιο ακραίες, στις πιο εγκληματικές απαιτήσεις των κατακτητών. Οι οποίοι, δεν κάνουν τελικά ούτε βήμα πίσω από τα όσα αρχικά απαιτούν την κάθε φορά. Οι δανειστές βαδίζουν με σχέδιο και  με σύστημα   ξεχαρβαλώνοντας την κάθε φορά ότι έχει εναπομείνει ακόμη όρθιο από την προηγούμενη λαίλαπα. Εντελώς, πρόσφατα, προκειμένου  η κυβέρνηση να διατηρήσει την αυταπάτη της "ελάφρυνσης του χρέους" δέχεται τη βαρβαρότητα των ομαδικών απολύσεων, που θα τροφοδοτήσουν ακόμη περισσότερο την ανεργία (μόνο για τις ΔΕΚΟ προβλέπονται γύρω στους 30.000 σε πρώτη φάση).  Δέχεται  ακόμη την περαιτέρω απάνθρωπη  μείωση των συντάξεων, δέχεται την ακόμη πιο παρανοϊκή πια αύξηση των φόρων. Τα  πρωτογενή πλεονάσματα για το 2017 που οι δανειστές απαιτούν να ανέρχονται σε 3,6 δισ. ευρώ είναι, κυριολεκτικά, αιμοσταγή Και δεν αντιλαμβάνεται ότι οι απαιτήσεις των δανειστών δεν έχουν πάτο..

* Παρόλα αυτά η κυβέρνηση εμφανίζεται αισιόδοξη, αναμένει μονίμως καλά νέα, τα οποία όμως ποτέ δεν έρχονται, και επιμένει να βλέπει χρώματα στο κατάμαυρο ελληνικό φόντο. Να, και μερικά από τα εντελώς πρόσφατα και άκρως  θλιβερά αποτελέσματα:

+ Μεταξύ του 2014-15 καταγράφεται επιπλέον πτώση του εισοδήματος των νοικοκυριών, κατά 5,5 δισ. ευρώ ή 4.5%, που οδήγησε σε μείωση της κατανάλωσής τους, κατά 1.8% ή κατά 2.3 δισ. ευρώ, σε σύγκριση με το 2014. Να υπενθυμίσω ότι η κατανάλωση αποτελεί στην Ελλάδα τον αποφασιστικότερο μοχλό εξόδου από την κρίση και οικονομικής ανάκαμψης. Η ετήσια αυτή πτώση της ιδιωτικής κατανάλωσης, προστίθεται σε ήδη προηγούμενες    είναι πολύ σημαντική,  έτσι που να φαντάζουν εντελώς αφελείς και εξωπραγματικές οι κυβερνητικές  ελπίδες (και όχι μόνο, γιατί και ορισμένοι ξένοι δείχνουν να συμφωνούν)  για ανάπτυξη που  δήθεν έρχεται. Η ανάκαμψη δεν έρχεται αυτόματα. Χρειάζεται άνετη ρευστότητα που δεν υπάρχει και δεν προβλέπεται να υπάρξει στο μνημονιακό καθεστώς. Ο προϋπολογισμός του 2017,  είναι γιατί, αν και προβλέπει  αφαίμαξη από την οικονομία της τάξης των 6 δισ. Ευρώ, προσδοκά παρά ταύτα  αύξηση του ΑΕΠ κατά 4 δισ. Ευρώ. Μόνο θαυματοποιοί φθάνουν σε τέτοια αποτελέσματα. Αλλά, και  ο ΚΟΦΤΗΣ καραδοκεί πίσω από την πόρτα.

+Την ίδια τρομακτική εικόνα καταποντισμού προσφέρει και η αποταμίευση, που εμφανίζεται αρνητική κατά 7% μέσα στο εισόδημα των νοικοκυριών, και που επιδεινώνεται σε σχέση με το 2014, που ήταν -5%. Και εύλογα ερωτάται από που θα χρηματοδοτηθούν οι αναπτυξιακές επενδύσεις, που τόσο αβάσιμα προσδοκά η Κυβέρνηση; Αναπότρεπτη συνέπεια η συνέχιση μείωσης της επένδυσης, που από το 2010 έχει υποχωρήσει  κατά 62%.

+Η ελληνική κυβέρνηση, προκειμένου να ανταποκριθεί στις ολοένα και πιο παράλογες απαιτήσεις των δανειστών, καταφεύγει στην επιβολή ολοένα αγριότερης   φοροκαταιγίδας. Ωστόσο, εκτός  από το ότι αυτή η υπερβολική φορολόγηση  εντείνει την  ύφεση και απομακρύνει την ανάπτυξη, προκαλεί επιπλέον και μείωση των  κρατικών εσόδων αντί της  αύξησης, που προφανώς επιδιώκεται. Πράγματι, τα κρατικά έσοδα εμφανίζουν μείωση της τάξης των 9 δισ. ευρώ από το 2010 ως σήμερα εξαιτίας του φαύλου κύκλου ύφεσης και λιτότητας. Ταυτόχρονα, εξαιτίας  της αποτυχημένης αυτής πολιτικής δεν μειώνεται ούτε το δημόσιο χρέος. Όμως, οι αρμόδιοι εμμένουν στην εφαρμογή της ίδιας αναποτελεσματικής και καταστρεπτικής  πολιτικής, παρότι το συντριπτικά υψηλό ποσοστό των Ελλήνων αποφαίνεται ότι βρίσκεται προς λανθασμένη κατεύθυνση. Και επιτακτικά ερωτάται αν οι    ελληνικές κυβερνήσεις (όλες των τελευταίων 7 ετών) πιστεύουν ότι η πολιτική τους βρίσκεται προς τη σωστή κατεύθυνση. Και αν όχι, γιατί δεν προσπαθούν να την αλλάξουν;

+Πρόσφατη έκθεση του CEDEFOP διαπιστώνει ότι οι απόφοιτοι των ελληνικών Πανεπιστημίων υστερούν σε δεξιότητες, για την εξεύρεση απασχόλησης, σε σύγκριση με όλους τους αντίστοιχους της  Ευρώπης. Πρόκειται για την, μακρόχρονα, πιο δραματική διαπίστωση.

+Γενικό ξεπούλημα – ΔΕΗ, ΕΥΔΑΠ, ΕΥΑΘ, ΕΛΠΕ, Αεροδρόμιο μπαίνουν επισήμως στις αποκρατικοποιήσεις. Αυτή είναι η μεγαλύτερη και πιο μακροχρόνια καταστροφή.


Συμπέρασμα από την αρχή της κρίσης: η παραμονή στα μνημόνια (πάμε για 4ο και δεν θα είναι το τελευταίο) είναι καταστροφή, αλλά δυστυχώς η αλήθεια αυτή δεν γίνεται εδώ και 7 χρόνια κατανοητή.

Κάθε αναφορά στην αλλαγή αυτής της αδιέξοδης επτάχρονης πολιτικής φέρνει πανικό. Αλλά, αντιθέτως, δεν φέρνει πανικό η παραμονή στην ίδια κατάσταση, που οδηγεί στην εξαφάνισή μας.

Περνώ τώρα στο κύριο σώμα της αποψινής μου ομιλίας, που είναι η διερεύνηση των θετικών  ή αρνητικών αλλαγών, που μπορούμε λογικά να προσδοκούμε μετά την εκλογή του Donald Trump ως πλανητάρχη. Να υπογραμμίσω, προκαταρκτικά, το γεγονός, ότι τα ΜΜΕ στις ΗΠΑ, αλλά και στον κόσμο, δεν μπόρεσαν να προβλέψουν τη νίκη του Donald Trump, όπως άλλωστε και το ΒRΕΧΙΤ. Που σημαίνει ότι τα σύγχρονα  ΜΜΕ είναι ανίκανα να ερμηνεύσουν τις επιθυμίες και τις ανάγκες των πολιτών

Να πω καταρχήν δυό λόγια για τον τρόπο με τον οποίον αντιμετώπισαν τα ΜΜΕ στις ΗΠΑ, αλλά και στον κόσμο, αυτή την προεκλογική εκστρατεία των δύο υποψηφίων.

+Δεν ήμουν ούτε υπέρ  της Hillary Clinton, αλλά ούτε και υπέρ του Donald Trump.  Όπως όχι μόνον οι  Αμερικάνοι, αλλά και οι πολίτες του κόσμου, θα επιθυμούσα γενικώς ανώτερης στάθμης υποψήφιους. Ωστόσο, πριν προσπαθήσω να καταγράψω τις πιθανές  μεταβολές της κατάστασής μας, με το νέο πλανητάρχη, να κάνω μια παρατήρηση, ότι δηλαδή  κατά τη γνώμη μου, κάθε άλλο παρά δημοκρατική ήταν στις ΗΠΑ η προεκλογική συμπεριφορά των ΜΜΕ. Θέλω να πω ότι, σχεδόν όλα τα ΜΜΕ, πλην ελάχιστων εξαιρέσεων, τάχθηκαν αναφανδόν υπέρ της Hillary Clinton, γελοιοποιώντας και κατατροπώντας τον Donald Trump. Προσπαθώντας έτσι να επιβάλλουν τις δικές τους προτιμήσεις, τις δικές τους επιλογές και τη δική τους κρίση στους ψηφοφόρους. Εξυπηρετώντας, έτσι συμφέροντα, που ενδεχομένως, ήταν αντίθετα από τα συμφέροντα των ψηφοφόρων. Προκαταλαμβάνοντας, έτσι, την ψήφο των πολιτών. Ανεξαρτήτως του ότι δεν επέτυχαν τους στόχους τους,  αυτό που θέλω να υπογραμμίσω είναι ότι δεν είναι αυτός ο ρόλος των ΜΜΕ, που αντιθέτως αναμένεται από αυτά  να προσφέρουν μια,  όσο γίνεται πιο αντικειμενική πληροφόρηση των πολιτών. Και να προσθέσω ότι  εκτός του ότι είναι ασυμβίβαστη μια τέτοια συμπεριφορά, με τη δημοκρατία, είναι επιπλέον και εξαιρετικά επικίνδυνη, δεδομένου ότι δεν συναντιέται μόνο στις ΗΠΑ, και δεν αναφέρεται  μόνο σε εκλογές πολιτικών, αλλά και σε πολλά άλλα κρίσιμα θέματα. Θα αναφερθώ σχετικά στην περίπτωση του πάντοτε επίκαιρου προβλήματος της πιθανής μετάβασής μας σε εθνικό νόμισμα. Είναι γεγονός ότι τα ελληνικά ΜΜΕ , και ίσως όχι τα μόνα, κατατρομοκρατούν, συστηματικά, τον ελληνικό λαό  για την περίπτωση της πιθανής έλευσής του, εξυπηρετώντας εμφανώς τα συμφέροντα των δανειστών, και φράζοντας ταυτόχρονα τη μοναδική έξοδο σωτηρίας της Ελλάδας, από την κόλαση των μνημονίων και της δουλείας.

+Η  δικαιολογία, που έμμεσα προβάλλεται για την απαράδεκτη αυτή συμπεριφορά των ΜΜΕ είναι δήθεν η ανάγκη να παταχθεί ο "λαϊκισμός", για τον οποίον γίνεται πολύς λόγος τελευταίως.

Αλλά τι είναι λαϊκισμός; και ποιοι είναι οι παράγοντες, που τον ενισχύουν ή και που τον επιβάλουν στην εποχή μας; Να τονίσω, προκαταρκτικά, ότι το περιεχόμενο και οι συνιστώσες του λαϊκισμού δεν έχουν σχέση με τα υποστηριζόμενα από τα ΜΜΕ ή τους πολιτικούς, τα κάθε μορφής σχετικά υπονοούμενα, τις γελοιογραφίες κλπ., κλπ.

Ο ανερχόμενος τις ημέρες μας λαϊκισμός στρέφεται γενικώς εναντίον  του ελιτισμού, των παραδοσιακών πολιτικών και των κυρίαρχων θεσμών, με μια λέξη εναντίον της καθεστηκυίας τάξης. Ο λαϊκισμός επιδιώκει  να  εκπροσωπεί τον απλό πολίτη, που θεωρεί ότι λησμονήθηκε και ότι  προδόθηκε από  τους πολιτικούς του. Ο λαϊκισμός ισχυρίζεται ότι απηχεί τον άδολο πατριωτισμό. Οι οπαδοί του είναι οργισμένοι με τη συμπεριφορά των πολιτικών. Η ψήφος στο Donald Trump ερμηνεύεται ως η επιθυμία των ψηφοφόρων να αφήσουν πίσω τους το κακό πολιτικό παρελθόν.  Δεν ανταποκρίνεται, εξάλλου, στην πραγματικότητα η  επικρατούσα άποψη, ότι ο λαϊκισμός έχει σχέση με το φασισμό,  αλλά μπορεί να καταλήξει εκεί μέσω ενός υπερβολικού εθνικισμού.

 Σε πείσμα του υποτιμητικού τρόπου, με τον οποίον αντιμετωπίζεται ο λαϊκισμός και τα λαϊκίστικα πολιτικά κόμματα  στην Ευρώπη, αυτά έχουν διπλασιάσει την δύναμή τους, από το 1960 ως σήμερα, και ήδη στην Ευρώπη ο δεξιός  κομματικός λαϊκισμός έχει αυξήσει τις έδρες του, κατά μέσο όρο, κατά 13.7%, και ο αριστερός κομματικός λαϊκισμός, αντίστοιχα, κατά 11.5%. Και εύλογα αναμένεται ότι τα κόμματα αυτά θα πολλαπλασιαστούν και θα επικρατήσουν στην Ευρώπη. Ετοιμάζονται στη Γαλλία και στην Αυστρία και αποτελούν, ήδη πραγματικότητα, στην Ουγγαρία, στη Τσεχία, στην Πολωνία, στη Σλοβακία.

Η άνοδος, λοιπόν, του  λαϊκισμού αποτελεί πραγματικότητα, και συνεπώς αντί να τον κατακεραυνώνουμε, θα είναι πιο χρήσιμο να εξετάσουμε πρώτον, τους λόγους, που τον έφεραν στην επιφάνεια και που με την εκλογή του Donald Trump γιγαντώνεται, και δεύτερον τις κυρίαρχες επιλογές και κατευθύνσεις του.

 Οι αιτίες της ανόδου του λαϊκισμού
=============================
Ως γενικότερη αιτία της ανόδου του λαϊκισμού, που συνοψίζει τις επί μέρους, είναι η αθέτηση των υποσχέσεων των παραδοσιακών πολιτικών προς τους πολίτες των επί μέρους εθνικών κρατών, σχετικά με τις συνέπειες της παγκοσμιοποίησης. Δεν ήταν ρόδινες οι εξελίξεις της παγκοσμιοποίησης, που βρίσκεται στο επίκεντρο της οργής των λαϊκιστών,  αφού τελικά, οι νικητές  ήταν πολύ λίγοι, ενώ οι ηττημένοι πάρα πολλοί. Είναι, ακριβώς η οργή των ηττημένων της παγκοσμιοποίησης, που έφερε το λαϊκισμό, δηλαδή τη θέληση της μεταβολής, και που εξέλεξε τον Donald Trump, ως το νέο πλανητάρχη.

Αρκετά χρόνια πριν την εξάπλωση του λαϊκισμού   μια σειρά από ενδείξεις προειδοποιεί για το τέλος  της παγκοσμιοποίησης και για την είσοδο σε μια νέα διεθνή οικονομική τάξη, με χαρακτηριστικά όπως  "προστατευτισμός", "εθνικισμός", "κλειστά σύνορα", "σεβασμός στις παραδόσεις", "παρεμβατισμός", "αποπαγκοσμιοποίηση" κ.ά. Να προσθέσω ακόμη ότι περίπου κάθε 50-70 χρόνια ενδογενείς δυνάμεις του διεθνούς συστήματος οδηγούν σε εναλλαγή ανάμεσα στην παγκοσμιοποίηση και στην αντιπαγκοσμιοποίηση.

Και ενώ η παγκοσμιοποίηση υπήρξε το αποτέλεσμα σοβαρής προετοιμασίας των ισχυρών της Γης, με κύριο στόχο τη μεγιστοποίηση των κερδών τους,  η αποπαγκοσμιοποίηση, αντιθέτως,  είναι το προϊόν της αντίδρασης των ασθενέστερων του πλανήτη, κυρίως αυτών που στερήθηκαν θέσεις εργασίας, εξαιτίας της απελευθέρωσης του διεθνούς εμπορίου ή υπέστησαν επιδείνωση του βιοτικού τους επιπέδου εξαιτίας του ανταγωνισμού των μισθών τους, από τους μετανάστες/πρόσφυγες.

Η αλλαγή του διεθνούς σκηνικού, που τώρα προαλείφεται, μπορεί συλλήβδην να αποδοθεί στις ακρότητες, που σταδιακά ενσωματώθηκαν, στον τρόπο λειτουργίας της παγκοσμιοποίησης. Έτσι, βγήκαν στην επιφάνεια οι αρνητικές συνέπειες της παγκοσμιοποίησης, αφήνοντας  πίσω τις όποιες  θετικές.  Έχω τον πειρασμό να αναφερθώ σε κάποιες διαπιστώσεις που περιλαμβάνονται στο βιβλίο μου, με τίτλο "Συνωμοτική Παγκοσμιοποίηση" που έκανε την πρώτη του έκδοση το 2001,  και από τότε είχε  και άλλες εκδόσεις και μεταφράστηκε  σε αρκετές γλώσσες. Και οι διαπιστώσεις μου αυτές επαληθεύτηκαν: Διαβάζω ένα απόσπασμα: "Το περιβάλλον μέσα στο οποίο λειτουργεί το νέο διεθνές καθεστώς αναβιώνει συνθήκες που επιτρέπουν την επικράτηση των νόμων της "ζούγκλας", νομιμοποιεί καταστάσεις πολυεπίπεδης εκμετάλλευσης, υποβαθμίζει τη σημασία των εθνικών συνόρων, εξαφανίζει τη στοιχειώδη ανθρώπινη αλληλεγγύη και υποθάλπει το έγκλημα σε όλες του τις μορφές. Ένα πλήθος παράλληλων εξελίξεων, χωρίς οργανική σύνδεση αναμεταξύ τους, συνηγορεί υπέρ της επαναφοράς των συνθηκών που επικρατούσαν στο Μεσαίωνα, στο σύνολο των εκφάνσεων της πολιτικής, οικονομικής, κοινωνικής, και συναισθηματικής ζωής". Όταν γράφηκαν αυτές οι γραμμές, υπήρχε ένας γενικότερος ενθουσιασμός υπέρ της παγκοσμιοποίησης, και οι παραπάνω απόψεις μου αντιμετωπίστηκαν, γενικώς, ως μαύρο πρόβατο.

Η παγκοσμιοποίηση, δηλαδή η απελευθέρωση του διεθνούς εμπορίου  συνδυάστηκε και με άλλες πολιτικές, που  από κοινού προκάλεσαν τις καταστροφές. Πρόκειται συγκεκριμένα για:

* Την  εφαρμογή μιας ακραίας μορφής οικονομικού φιλελευθερισμού, που απορύθμισε πλήρως  τη λειτουργία των επί μέρους εθνικών οικονομιών, καθώς και της παγκόσμιας οικονομίας, εγκαθιστώντας την απόλυτη αναρχία, και ενθαρρύνοντας το οργανωμένο έγκλημα. Επανήλθε το δόγμα του 18ου αιώνα, με βάση το οποίο οι αγορές ρυθμίζονται από "αόρατο χέρι", είναι αλάνθαστες και συνεπώς δεν πρέπει το κράτος να παρεμβαίνει.

* Την έλευση, της αποβιομηχάνισης,  του μεταβιομηχανικού σταδίου, που οδήγησε στην υποχώρηση της πραγματικής οικονομίας  δίνοντας τη θέση της στην εικονική, δηλαδή σε αυτήν των χρηματιστηρίων. Η πρόοδος διαχωρίστηκε, έτσι, πλήρως από την ευημερία των λαών.

* Την επικράτηση ενός υπερκαπιταλισμού, ο οποίος περιόρισε την ισχύ των εθνικών κυβερνήσεων χάριν των αγορών και των πολυεθνικών και  περιόρισε επικίνδυνα  τη σημασία των εθνικών συνόρων, χάριν της δημιουργίας υπερεθνικών ενώσεων, που αποδυνάμωσαν τη δημοκρατία

*Τη συστηματική υποχώρηση του κράτους Πρόνοιας.

Έτσι τώρα, η παγκοσμιοποίηση αμφισβητείται  από παντού, δίνοντας τη θέση της σε  αποφάσεις κλεισίματος συνόρων . 

  Οι Συνέπειες της παγκοσμιοποίησης
==================================
Οι συνέπειες αυτού του συνονθυλεύματος, που είναι κυρίως αρνητικές και ελάχιστες θετικές διαπιστώνονται με γυμνό οφθαλμό, στο σύνολο των αποφασιστικών οικονομικών δεικτών. Ενδεικτικά, αναφέρω:

αα) Την, χωρίς προηγούμενο, ανισότητα  κατανομής του παγκόσμιου εθνικού πλούτου, έτσι που το 1% των πλουσιότερων κατοίκων της Γης να κατέχει το 45% του παγκόσμιου πλούτου, και 62 άνθρωποι να έχουν στην κατοχή τους το εισόδημα που αναλογεί στα 3,5 δισεκατομμύρια  των φτωχότερων κατοίκων της υφηλίου. Μετά το 2010 οι πλουσιότεροι επωφελούνται από την άνοδο των κερδών του κεφαλαίου ενώ οι πτωχότεροι υφίστανται την ανεργία και την υποχώρηση του κράτους πρόνοιας. Στην ανώμαλη αυτή κατάσταση συμβάλλει μεγάλος αριθμός παραγόντων, που συνόδευσαν την παγκοσμιοποίηση, όπως:
-η ανεξέλεγκτη μετακίνηση του κεφαλαίου από το ένα άκρο του πλανήτη στο άλλο, 
-το υπερδιπλάσιο φορολογικό βάρος επί  των εισοδημάτων των ιδιωτών, σε σχέση με αυτό  επί των επιχειρήσεων,
-η γενικευμένη εφαρμογή πολιτικής λιτότητας,
-η ανοχή ή τουλάχιστον η μη αποτελεσματική αντιμετώπιση των φορολογικών παράδεισων,
-η αποχή του κράτους από την εφαρμογή αναδιανεμητικών πολιτικών,
-οι υπόγειες διασυνδέσεις των πολιτικών με μεγάλες  επιχειρήσεις, αλλά βέβαια και η επιβράδυνση της ανάπτυξης στις προηγμένες οικονομίες.

Παρότι, μέχρι πρόσφατα, η ανισότητα κατανομής του πλούτου αντιμετωπίζονταν, ως  αναπότρεπτη, ως αποκλειστικά κοινωνικό και όχι οικονομικό πρόβλημα, αλλά συχνά και ως επιθυμητή εξέλιξη, επειδή αύξανε τις επενδύσεις και την απασχόληση, νεότερες έρευνες κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου. Ειδικότερα, σε έκθεσή του το ΔΝΤ διαπιστώνει ότι όταν το πλουσιότερο 20% του πληθυσμού αυξάνει  το εισόδημά του κατά 1%, ο ρυθμός ανάπτυξης μειώνεται κατά 0,08% την προσεχή πενταετία, ενώ αντιθέτως η αύξηση κατά 1% του εισοδήματος του φτωχότερου 20% του πληθυσμού αυξάνει την ανάπτυξη κατά 0,38% την προσεχή πενταετία. Ανάλογες είναι και οι διαπιστώσεις πρόσφατης έκθεσης του ΟΟΣΑ που υποστηρίζει ότι η ανερχόμενη ανισότητα κατά την περίοδο 1990-2010 είχε ως αποτέλεσμα τη μείωση του ρυθμού ανάπτυξης στις χώρες μέλη του ΟΟΣΑ κατά 4,7%. Η μεγάλη, πάντως, χαμένη της παγκοσμιοποίησης είναι η μεσαία τάξη, που αποτελεί τη βάση της σταθερότητας και ομαλότητας κάθε κοινωνίας, και  που  έχει, ουσιαστικά,  διαλυθεί.

ββ) Η "εργασία", στα πλαίσια  της παγκοσμιοποίησης, αντιμετωπίστηκε περίπου ως  "μαύρο πρόβατο", και η ουσιαστική απουσία κρατικής παρέμβασης επιδείνωσε τη θέση της. Έτσι, καταγράφεται σημαντική και θεωρητικά  εντελώς "ανορθόδοξη" απώλεια του μεριδίου της εργασίας, προς όφελος του κεφαλαίου στο παγκόσμιο ΑΕΠ.

γγ)  Το μεταναστευτικό κύμα προς την Ευρώπη
Το  σοβαρότερο πρόβλημα που, τώρα διχάζει την Ευρώπη, είναι οι ανεξέλεγκτες ορδές των προσφύγων/μεταναστών, που φθάνουν  αδιάκοπα από τη Μέση Ανατολή, την Αφρική και τη Νότια Ασία, μέσω της Μεσογείου. Αυτό το πρόβλημα  βρίσκεται στη ρίζα της δημιουργίας νέων πολιτικών κομμάτων τα οποία δεν είναι δυνατόν να εκληφθούν  ούτε ως ακραιφνώς δεξιά, αλλά ούτε ως ακραιφνώς αριστερά, διότι παίρνουν στοιχεία και από τις δύο τάσεις, και για αυτό θεωρούνται κόμματα-υβρίδια. Υποστηρίζεται ότι αυτά τα νέα πολιτικά κόμματα, που πληθαίνουν στην Ευρώπη, έχουν ουσιαστικά καταργήσει την παραδοσιακή διάκριση αριστεράς και δεξιάς, και στη θέση  της επέβαλαν μία άλλη: αυτήν των ανοικτών ή κλειστών συνόρων.  Το κύριο και κοινό χαρακτηριστικό των νέων υβριδικών κομμάτων είναι η σαφής προτίμησή τους υπέρ κλειστών συνόρων. Για τα έτη 2014, 2015 και 2016 εκτιμάται ότι οι αφίξεις  αυτές των μεταναστών ήταν γύρω στο ενάμιση εκατομμύριο. Σε πείσμα των σχετικών αρχών του Διεθνούς Δικαίου τα περισσότερα ευρωπαϊκά κράτη καταφεύγουν σε μεθοδεύσεις κλεισίματος των συνόρων, επίσημες αλλά κυρίως ανεπίσημες και αρνούνται να δεχθούν πρόσφυγες. Και τούτο επειδή το ποσοστό των Ευρωπαίων που είναι αντίθετοι στην έλευση προσφύγων στο έδαφός τους είναι σημαντικό και  ανέρχεται σε  56%, αλλά όμως φθάνει στο 81% στην Τσεχία, στο  78% στη Λετονία και Σλοβακία, και στο 70% στη Λιθουανία. Έτσι, παρότι, η πλειονοψηφία των κρατών-μελών της ΕΕ ψήφισε τις προτάσεις του κ. Junker, περί της ανάγκης κατανομής των προσφύγων μεταξύ τους, ωστόσο στην πραγματικότητα, όπως αποδείχθηκε εκ των υστέρων, ουδόλως  είχαν την  πρόθεση να τις  εκτελέσουν, αφήνοντας έκθετη τη χώρα μας.

δδ) Την τρομοκρατία. Να αναφέρω απλώς, τον τίτλο ενός βιβλίου μου, του 2004, που υπογραμμίζει ακριβώς τη σχέση παγκοσμιοποίησης και τρομοκρατίας: "Τα παιδιά της παγκοσμιοποίησης:"Τρομοκρατία και Φασισμός"

Και τώρα να δούμε τι μπορεί να ελπίζει ή να περιμένει η Ελλάδα από τον νέο πλανητάρχη= πως μπορεί να περιορίσει τα παραπάνω δεινά;
=======================================
Εξυπακούεται  ότι τίποτε, ακόμη, δεν είναι σίγουρο και ότι  μόνο υποθέσεις, που βασίζονται στις εξαγγελίες του  κ. Trump, είναι δυνατές. Ωστόσο, σε οικονομία όπως η ελληνική, που κυριολεκτικά χαροπαλεύει, και που δε βλέπει φως από πουθενά, καθώς οι έννοιες της δημοκρατίας, της αλληλεγγύης και της ανθρωπιάς έχουν εγκαταλείψει την Ευρώπη, κάθε προοπτική αλλαγής είναι, καταρχήν καλοδεχούμενη.

α) Και αρχίζω με την παγκοσμιοποίηση, που όπως όλα δείχνουν, θα περιοριστεί, αφού ο νέος πλανητάρχης κατέληξε στο συμπέρασμα ότι έκανε περισσότερο κακό παρά καλό στις ΗΠΑ. Εμείς, στην Ελλάδα, κάνοντας έναν εμπεριστατωμένο απολογισμό των συν και πλην της παγκοσμιοποίησης, είναι βέβαιο ότι δεν θα   θρηνήσουμε για τον περιορισμό της  ή και για την ανατροπή της. Ο νέος πλανητάρχης αναγνώρισε, ακόμη, ότι ήταν λάθος η είσοδος της Ελλάδας στο ευρώ, κάτι που υποστήριξα και εγώ, και όχι μόνο,  από την αρχή.
 Τα συντρίμμια, στα οποία κατέληξε η πρόωρη και απροετοίμαστη είσοδός μας στην παγκοσμιοποίηση και στη μικρογραφία της την ΕΕ και Ευρωζώνη,  είναι υπεράνω  της όποιας αμφισβήτησης, και σύμφωνα με πληροφορίες την καταδίκασε, ήδη, και ο νέος πλανητάρχης

β)  Οι επί μέρους, εξάλλου,   πολιτικές, που φαίνεται ότι θα επιλέξει ο νέος πλανητάρχης, και που θα οδηγήσουν σε ένα νέο διεθνές καθεστώς,  αναπότρεπτα, θα επηρεάσουν  και την Ευρώπη.  Συνεπώς, μας ενδιαφέρουν άμεσα. Ποιες προβλέπεται να είναι αυτές:


* Στα θετικά των προβλεπόμενων αλλαγών, μετά την εκλογή του νέου πλανητάρχη, και για την Ελλάδα είναι και η δήλωσή του ότι δεν θα υπογράψει τη νέα συμφωνία εμπορίου και επενδύσεων μεταξύ Αμερικής και Ευρώπης (TTIP) η οποία εμφανίζει πολλές σκοτεινές πλευρές, και έχει ήδη προκαλέσει σωρεία αντιδράσεων, καθώς εκχωρεί στις πολυεθνικές περισσότερες εξουσίες από ότι στα κράτη-έθνη.

*Είναι πολύ σημαντική, αν βέβαια υλοποιηθεί η στάση του  νέου πλανητάρχη,  εναντίον της πολιτικής λιτότητας και, ταυτόχρονα, της μη αντιμετώπισης  του χρέους ως  υπ'αριθμόν 1 πρόβλημα της υφηλίου, καθώς και του πληθωρισμό, ως μη αναγκαστικά καταστρεπτική επιλογή.  Αυτό,  προκύπτει από τις εξαγγελίες του κ. Trump, σχετικά με τη διενέργεια εξαιρετικά σημαντικών δημοσίων επενδύσεων στις ΗΠΑ, 1 περίπου τρισ. δολαρίων, χωρίς να φοβάται τη διόγκωση του χρέους, που έτσι θα προκύψει, αλλά χωρίς να φοβάται ούτε τον πληθωρισμό. Εξάλλου, η δήλωση του νέου πλανητάρχη, για την πρόθεσή του να διενεργήσει σημαντικά δημόσια έργα δείχνει ακόμη ότι δεν  έχει αλλεργία με την ανάληψη δραστηριοτήτων από  το δημόσιο τομέα, όπως  συμβαίνει με τις απόψεις των  ακραίων φανατικών νεοφιλελεύθερων στην Ευρώπη.  Η εναντίωση αυτή του νέου πλανητάρχη στη λιτότητα ελπίζεται ότι θα επαναφέρει την ανάπτυξη, η οποία τα τελευταία χρόνια εμφανίζεται αναιμική/υφεσιακή, σε σημείο ώστε να φέρει στο προσκήνιο αρνητικά επιτόκια, ακόμη και σκέψεις να ριχτούν δολάρια από ελικόπτερα στην Αμερική, για να αναζωογονηθεί η οικονομία. Για  ολόκληρο τον κόσμο, αλλά κυρίως και για την Ελλάδα, θα είναι σημαντικό επίτευγμα το τέλος αυτής της τόσο επικίνδυνης τρέλας, της υποχρεωτικής δηλαδή επιβολής της λιτότητας χωρίς ημερομηνία λήξης, καθώς  και με την προσπάθεια εξαφάνισης του δημόσιου τομέα.

* Το  προσφυγικό. Πρόκειται για εξαιρετικά  ευαίσθητο, όσο και βαθιά ανθρώπινο θέμα, έτσι που κρίνω δύσκολη τη διατύπωση απόλυτου συμπεράσματος. Ωστόσο, δεν είναι δυνατόν η μη  επίλυση  του τεράστιου αυτού προβλήματος, που  προκλήθηκε κυρίως από σειρά αναίτιων πολέμων και από κακούς χειρισμούς, να βαρύνει σε τόσο απαγορευτικά υψηλό ποσοστό τη χώρα μας, που ουδόλως ευθύνεται. Ενώ   η υπόλοιπη Ευρώπη υπεκφεύγει. Η τυχόν αποτελεσματική αντιμετώπισή αυτού του προβλήματος, όπως και της πάταξης του ισλαμικού κράτους  από το νέο πλανητάρχη, θα είναι εξαιρετικά ευνοϊκή για την Ελλάδα.

* Ο Donald Trump τάχθηκε  κατά των μεγάλων πολυεθνικών και των ανεξέλεγκτων τραπεζών και δήλωσε ότι θα λάβει μέτρα εναντίον τους και κυρίως ότι θα επαναφέρει τον νόμο Glass-Steagall, που διαχώριζε τις εμπορικές από τις επενδυτικές τράπεζες και που η κατάργησή του ήταν πρόξενος μεγάλων ανωμαλιών.

*Ένα άλλο σημείο ενδιαφέρον των προγραμματικών εξαγγελιών του Donald Trump είναι και η δήλωσή του ότι δεν προτίθεται να  αναμιγνύεται και να παρεμβαίνει σε υποθέσεις άλλων κρατών. Ελπίζεται, έτσι, ότι τα κράτη-έθνη θα επανακτήσουν τμήμα της εθνικής τους κυριαρχίας που τους αφαίρεσε η παγκοσμιοποίηση, ότι θα περιοριστούν οι αναίτιες πολεμικές συρράξεις, που αποτελούν την κύρια αιτία  της αναζωπυρωμένης τρομοκρατίας, και ότι θα επιτραπεί επιτέλους, σε κάθε οικονομία, να αποφασίζει και να εφαρμόζει την οικονομική πολιτική, που εξυπηρετεί καλύτερα τις ιδιαιτερότητές της.

*Η νέα διεθνής οικονομική τάξη, που φαίνεται έτσι να διαμορφώνεται, με βάση τις δηλώσεις του Donald Trump, ανοίγει το δρόμο για τη διάλυση της ΕΕ, που βρίσκεται ήδη σε δεινή θέση. Αυτή η διάλυση, εφόσον συμβεί, θα δώσει στην Ελλάδα τη δυνατότητα να απαγκιστρωθεί από μια δουλεία, που της απαγορεύει την ανάπτυξη και την μέσω αυτής αποπληρωμή του χρέους.

*Τέλος, η προσέγγιση των ΗΠΑ με τη Ρωσία του Poutin προβλέπεται να λειτουργήσει ως  σταθεροποιητικός  και ειρηνευτικός παράγοντας για τον πλανήτη. Το ίδιο και η αντιπάθειά του προς την ηγεμονική πολιτική της Γερμανίας.

Μέσα από τις δηλώσεις του νέου πλανητάρχη, ασφαλώς  υπάρχουν κάποιες, που  προβάλλουν αρνητικές ή και απειλητικές για τον κόσμο και για τη χώρα μας, όπως, η εχθρότητα του Trump, για τις παρεμβάσεις στην κλιματολογική καταστροφή, για το ΝΑΤΟ, για την πιθανή αδιαφορία του για τις περιφερειακές συρράξεις, για τη μείωση των φόρων, που θα αυξήσει τις ανισότητες κ.ά.  Η πιο   επικίνδυνη, όμως, από αυτές  είναι η αβεβαιότητα για το τι τελικά θα υλοποιηθεί. Ωστόσο, για την Ελλάδα, που τα 7 τελευταία χρόνια ακολουθεί πορεία καταστροφής, κάθε αλλαγή είναι καλοδεχούμενη, επειδή μπορεί να υπόσχεται βελτίωση της κατάστασής της.



ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΠΟΙΗΣΗΣ της Μαρίας Νεγρεπόνη-Δελιβάνη

ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΠΟΙΗΣΗΣ   της Μαρίας Νεγρεπόνη-Δελιβάνη  


Εισαγωγή
Στη δεκαετία του ’80 επιβλήθηκε σε ολόκληρη την υφήλιο  το διεθνές οικονομικό σύστημα, που έγινε γνωστό με το όνομα «παγκοσμιοποίηση». Η επιλογή και προώθησή του οφείλεται στις ΗΠΑ, που είχαν δικαιολογημένους φόβους να πιστεύουν  ότι κινδύνευαν να χάσουν την παγκόσμια επικυριαρχία τους, και να τους διαδεχθεί σε αυτήν η Ιαπωνία ή η Ευρώπη.  Η απελευθέρωση των συναλλαγών, σε συνδυασμό με το καθεστώς  οικονομικού  φιλελευθερισμού ήταν το  σύστημα που οι ΗΠΑ πρόβλεπαν ότι θα τους ευνοούσε και θα τους εξασφάλιζε τη συνέχιση της διεθνούς πρωτοκαθεδρίας τους. Το νέο διεθνές σύστημα[1],  έγινε δεκτό από το ένα άκρο του πλανήτη, ως το άλλο, με μεγάλο ενθουσιασμό, γιατί υποσχόταν το τέλος των κρίσεων, την αύξηση της ευημερίας, την ωφέλεια όλων των συναλλασσόμενων, στο πλαίσιο της απελευθέρωσης του διεθνούς  εμπορίου καθώς και τη δυνατότητα όλων των κατοίκων της Γης να επωφεληθούν από τις νέες τεχνολογίες. Οι ολιγάριθμοι οικονομολόγοι, που  διατύπωσαν, από την αρχή, αμφιβολίες, σχετικά με τις επιπτώσεις της παγκοσμιοποίησης[2] αντιμετωπίστηκαν ως ανορθόδοξοι, μη προοδευτικοί, μεμψίμοιροι κ.ά. Ωστόσο, οι δυσμενείς συνέπειες της παγκοσμιοποίησης, καθώς και η αθέτηση των αρχικών της υποσχέσεων δικαίωσαν εκ των υστέρων τους σκεπτικιστές.
Όταν  η «παγκοσμιοποίηση», εμφανίστηκε πριν τέσσερις περίπου δεκαετίες  εκλήφθηκε ως  νέο σύστημα, ενώ δεν ήταν. Αντιθέτως, επειδή  έχουμε στη διάθεσή μας  μόνο δύο διεθνείς κοσμοθεωρίες, αυτήν της απελευθέρωσης των συναλλαγών και αυτήν του προστατευτισμού, με δυνατότητες βέβαια άπειρων συνδυασμών μεταξύ τους,  η εφαρμογή αυτών των  δύο κοσμοθεωριών εναλλάσσεται, στο χρονοδιάγραμμα της  ιστορίας του καπιταλισμού, και μάλιστα σε περίπου ίσα χρονικά διαστήματα[3]Kατά τον François  Lenglet[4] διαπιστώνεται διαχρονικά   ένας επαναλαμβανόμενος κύκλος,  διαρκείας περίπου 80 ετών, που περιλαμβάνει δύο ημικύκλια των περίπου  40 ετών το καθένα: αυτό του προστατευτισμού και αυτό της απελευθέρωσης του διεθνούς εμπορίου. Η εναλλαγή τους φαίνεται να υπακούει  σε συνδυασμό συμβάντων, όπως η εμφάνιση νέων τεχνολογιών, η αυξημένη δυσαρέσκεια από τις δυσμενείς συνέπειες του κάθε συστήματος, το πέρασμα του καπιταλισμού σε μεταγενέστερο στάδιο ανάπτυξης,   ή, ακόμη, και η επικράτηση συμφερόντων από κράτη ή ισχυρές κοινωνικές ομάδες του διεθνούς γίγνεσθαι. Η ανησυχητική προσθήκη είναι ότι η  φάση της παγκοσμιοποίησης, ιστορικά,  περατώνεται με κρίση και πόλεμο, όπως  συνέβη το 1873, αλλά  και το 1929. 
Από την επικράτηση της τελευταίας παγκοσμιοποίησης έχουν συμπληρωθεί τέσσερις περίπου δεκαετίες, όσες δηλαδή προβλέπονται[5] για την υποκατάστασή της από το καθεστώς του προστατευτισμού. Και πέρα από την χρονολογική αυτή ένδειξη υπάρχει παράλληλα και σωρεία ενδείξεων, που  αναγγέλλουν την κόπωση της παγκοσμιοποίησης και την έλευση διαδόχου διεθνούς καθεστώτος. Θα μπορούσε, βέβαια, εύκολα να υποστηριχθεί ότι η επιβράδυνση της παγκοσμιοποίησης οφείλεται στη δεύτερη μεγάλη οικονομική κρίση, που άρχισε το 2007 και  που βρίσκεται ακόμη μαζί μας, και επομένως  πρόκειται για φαινόμενο  κυκλικό  και όχι διαρθρωτικό. Προς την ίδια αυτή κατεύθυνση θα μπορούσε να επιστρατευθεί, ως πρόσθετη ερμηνεία αυτής της επιβράδυνσης της παγκοσμιοποίησης, και η κρίση χρέους, που ταλανίζει την Ευρώπη, και απαιτεί αντιμετώπιση,  αλλά και το πρόβλημα της μετανάστευσης, που η λύση του έχει ανάγκη την αναβίωση της σημασίας των εθνικών συνόρων.  Η συνεκτίμηση των ενδείξεων, που  διαπιστώνουν υποχώρηση της παγκοσμιοποίησης, συνηγορεί υπέρ της υπόθεσης  ότι η υφήλιος βρίσκεται  στα πρόθυρα του εναλλακτικού της συστήματος, δηλαδή  αυτού του προστατευτισμού ή τουλάχιστον ενός συνδυασμού των δύο συστημάτων, όπου θα υπάρχει και  αρκετά ισχυρή δόση προστατευτισμού. Σίγουρη πρόγνωση για την εξέλιξη  αυτή είναι, ακόμη, πρόωρη, ιδίως και επειδή  οι ισχυρές  κοινωνικές τάξεις, που ευνοούνται από την παγκοσμιοποίηση την εκλαμβάνουν ως μόνιμο σύστημα και αντιδρούν εναντίον  εξελίξεων, που την θέτουν σε κίνδυνο.
Να υπογραμμιστεί  ότι και τα δύο αυτά συστήματα περιέχουν θετικά, αλλά και αρνητικά χαρακτηριστικά,  που ευνοούν  διαφορετικές  κοινωνικές ομάδες στο διάστημα της εφαρμογής τους. Και ακριβώς αυτός αποτελεί  έναν από τους πιθανούς λόγους της εναλλαγής τους. Πιο συγκεκριμένα, η απελευθέρωση του εμπορίου συνυπάρχει με νεοφιλελευθερισμό που συχνά αγγίζει τα όρια του laissez-faire, laissez-passer. Το σύστημα είναι εχθρικό απέναντι στον παρεμβατικό ρόλο του κράτους στην οικονομία, και απέναντι στο  κράτος Πρόνοιας. Συνεπώς, η ελευθερία των συναλλαγών, που συνυπάρχει  με τον νεοφιλελευθερισμό, εκφράζει και ευνοεί τους εκάστοτε ισχυρούς. Αυτοί οι τελευταίοι εμφανίζονται   πεπεισμένοι  ότι  οι αδύναμοι και αυτοί που είναι ανίκανοι να  αγωνιστούν και να επιτύχουν, επιζητούν προστασία, γι αυτό  και ο προστατευτισμός  είναι  επιβλαβής για την πρόοδο.  Επί των ημερών της παγκοσμιοποίησης η σημασία των εθνικών συνόρων υποχωρεί, όπως και η κυριαρχία  των  εθνικών κυβερνήσεων, ενώ διευρύνονται οι κάθε μορφής ανισότητες και εντείνεται ο ανταγωνισμός. Στα πλαίσια, εξάλλου, της παγκοσμιοποίησης οι προτιμήσεις στρέφονται  εναντίον του πληθωρισμού και υπέρ της αυστηρής νομισματικής σταθερότητας, ώστε  η διακίνηση των κεφαλαίων να είναι ασφαλής. Το σύστημα του προστατευτισμού, αντιθέτως, συμβαδίζει με αύξηση του κρατικού παρεμβατισμού  και του κράτους Πρόνοιας, με περιορισμό των ανισοτήτων, και με ενίσχυση της θέσης της μεσαίας τάξης. Κάποιος βαθμός ελεγχόμενου πληθωρισμού, που βοηθά στην αποπληρωμή των χρεών, ή και η δημιουργία ανισορροπιών στα διάφορα ισοζύγια είναι ανεκτές. Στην αρχή της περιόδου εφαρμογής και των δύο αυτών κοσμοθεωριών οι θετικές τους συνέπειες υπερτερούν των αρνητικών, ενώ συμβαίνει το αντίθετο προς το τέλος, οπότε και επιταχύνονται οι διεργασίες  διαδοχής τους.
Αν, όμως, όντως έχουμε εισέλθει σε φάση αποπαγκοσμιοποίησης (démondialisation) τι ορισμό θα μπορούσαμε να της δώσουμε; Ο Frédéric Lordon[6] εκλαμβάνει  τα επί μέρους χαρακτηριστικά της  αποπαγκοσμιοποίησης,  ως διαμετρικά αντίστροφα των αντίστοιχων της παγκοσμιοποίησης, με την υπόθεση ότι η αποπαγκοσμιοποίηση είναι ευλογία. Ιδού, λοιπόνο  ορισμός της παγκοσμιοποίησης: « La concurrence non faussée entre  économies  à standards salariaux abyssalement différents; la menace permanente de délocalisation; la contrainte actiοnnariale exigeant des rentabilités financières sans limite; le développement chronique des ménages. Και ο  αρνητικός  ορισμός της παγκοσμιοποίησης που είναι, ταυτόχρονα  και  θετικός ορισμός της αποπαγκοσμιοποίησης, κατά τον Frédéric Lordon[7] πάντοτεέχει ως  εξής:  «réduire les flux des marchandises et de capitaux, et relocaliser les systèmes productifs (…), stopper la concurrence entre travailleurs et paysans du monde, valoriser la diversité des savoirs et des pratiques sociales, nourrir les populations et assurer la souveraineté alimentaire (…)”. Μια διαφορετική προσπάθεια ορισμού της αποπαγκοσμιοποίησης έρχεται από τον Walden Bello[8] και είναι η ακόλουθη: “Il s’agit de réorienter les économies, de la priorité à la production pour l’exportation à celle pour la production destinée aux marchés locaux ».
Σε μία πρώτη παράγραφο αυτής της εισήγησης θα εξετάσω τις ενδείξεις  που συνηγορούν υπέρ της έλευσης μιας νέας περιόδου, στο διεθνές προσκήνιο, όπου θα επικρατεί ο προστατευτισμός, στη δεύτερη παράγραφο θα α ναφερθώ  στα κύρια αίτια, που ενδεχομένως οδηγούν προς αυτήν την εναλλαγή και τέλος στην τρίτη παράγραφο  θα επιχειρηθεί η σκιαγράφηση  των πιθανών χαρακτηριστικών του  προστατευτικού καθεστώτος.

Ι.Οι ενδείξεις

Οι ενδείξεις της εξασθένισης της παγκοσμιοποίησης διαπιστώνονται σε πολλούς τομείς. Δεδομένου ότι στην τελευταία περίοδο εφαρμογής της απελευθέρωσης των συναλλαγών επικράτησε  η χρηματοπιστωτική οικονομία, θα αρχίσω τις σχετικές αναφορές με τις εκεί ανατροπές, που είναι πραγματικά, εντυπωσιακές, και θα συνεχίσω με άλλες ενδείξεις που επίσης μαρτυρούν τάσεις επιβράδυνσης του διεθνούς εμπορίου.

Α. Συρρίκνωση των χρηματοπιστωτικών συναλλαγών

 Οι συναλλαγές αυτής της μορφής, που έθεσαν τη σφραγίδα τους στην τελευταία παγκοσμιοποίηση,  ανέρχονταν για ολόκληρο τον πλανήτη σε 206 τρισεκατομμύρια δολάρια[9], δηλαδή σε 355% του παγκόσμιου ΑΕΠ, πριν από την κρίση.  Η ανεξέλεγκτη αυτή διάσταση της εικονικής οικονομίας, που κινείται παράλληλα προς την πραγματική, προβάλλει σε όλη της  την έκταση, με την επισήμανση ότι η αξία των  χρηματιστηριακών συναλλαγών ήταν πριν από την έναρξη της κρίσης σχεδόν τέσσερις φορές ανώτερη σε σύγκριση με τη δημιουργία του  πλούτου στην πραγματική οικονομία. Η πτώση αυτής της μορφής συναλλαγών  υπήρξε συντριπτική μετά την κρίση, καθώς ισούται με  περίπου 50 μονάδες του παγκόσμιου ΑΕΠ. Κάθετη, επίσης μείωση πραγματοποίησε και η ροή του διεθνούς κεφαλαίου, που εκτιμάται  σε περίπου 70% από την αρχή της κρίσης. Από την πλευρά τους οι τράπεζες έσπευσαν να περιορίσουν τα διεθνή δάνεια  κατά 3000 δισεκατομμύρια δολάρια, σε σχέση με ότι ίσχυε σχετικά πριν από την έναρξη της κρίσης. Η ενθάρρυνση  επανόδου   των συναλλαγών εντός των εθνικών συνόρων θα μπορούσε   να ερμηνευθεί ως επιδίωξη, από τις τράπεζες, μεγαλύτερου  βαθμού ασφάλειας, τάση που έχει, οπωσδήποτε, επηρεαστεί από  την κρίση, αλλά όχι μόνο. Παράλληλα.  επανέρχονται οι έλεγχοι στην κίνηση κεφαλαίων,  από πολλές οικονομίες, και φαίνεται στο μεταξύ  να έχουν απολέσει την κακή τους φήμη και  να γίνονται και πάλι αποδεκτοί με τη δικαιολογία ότι χρειάζεται  κάποιος έλεγχος στην είσοδό τους, ώστε να αποφεύγονται ανεπιθύμητες επενδύσεις από το εξωτερικό[10]. Έτσι, η συνολική ροή κεφαλαίου, που το 2007 άγγιξε τα 11 τρισεκατομμύρια δολάρια, το 2012 δεν υπερέβαινε το 1/3 αυτού του ποσού[11]. Ειδικά για την ΕΕ εκτιμάται ότι στα μέσα του 2013 η χρηματιστηριακή ολοκλήρωση της  έχει επανέλθει στο επίπεδο του 1999, δηλαδή πριν την υιοθέτηση του κοινού ευρωπαϊκού νομίσματος[12]. Ερωτάται, ωστόσο,  εύλογα  το αν η αυξημένη αυτή  απέχθεια για την ανάληψη  κινδύνου θα συνεχιστεί και μετά το πέρας της κρίσης. Χωρίς η απάντηση να μπορεί να είναι προς το παρόν απόλυτη, είναι ωστόσο δυνατόν να σημειωθεί ότι στο παρελθόν η ανατροπή της διεθνούς οικονομικής τάξης ήταν συνήθως επακόλουθο οικονομικών κρίσεων και, συνεπώς, το πιθανότερο είναι ότι, και τώρα, πρόκειται για φαινόμενο που θα διατηρηθεί και μετά το πέρας της κρίσης.  Η έντονη πτωτική τάση των χρηματιστηριακών συναλλαγών αφορά και τις άμεσες ξένες επενδύσεις  που συρρικνώνονται μετά την κρίση. Σύμφωνα με εκτιμήσεις[13] οι άμεσες ξένες επενδύσεις για τις επιχειρήσεις εμφάνισαν επιπλέον πτώση της τάξης του 15% το 2012. Στον τομέα αυτόν παρατηρείται αυξημένη απροθυμία πώλησης δημόσιου πλούτου από τις επί μέρους εθνικές οικονομίες,

Β. Στασιμότητα του διεθνούς εμπορίου

Η κατάρρευση  της τράπεζας Lehman Brothers, έφερε ηχηρό πλήγμα στο διεθνές εμπόριο, που παρά τη βελτίωση που σημειώθηκε  το έτος  2009-2010, δεν κατόρθωσε να επανέλθει μέχρι σήμερα στο επίπεδο, πριν από την κρίση.  Συγκεκριμένα, η  ανάπτυξη του διεθνούς εμπορίου διακόπηκε, μετά το   2011 και μέχρι το 2014 εμφανίζει στασιμότητα. Σε σταθερές τιμές,  η μεταβολή του διεθνούς εμπορίου, για πρώτη φορά από το 1950, είναι κατώτερη   από την αντίστοιχη του παγκόσμιου ΑΕΠ[14]. Ασφαλώς, σημαντικό τμήμα της ερμηνείας αυτής της στασιμότητας του διεθνούς εμπορίου αποδίδεται στην παγκόσμια οικονομική συγκυρία, που άρχισε να τροφοδοτεί ανησυχίες  για την πιθανή έλευση τα                                          ου τέλους της ανάπτυξης, δηλαδή ενός κόσμου με μηδενική μεγέθυνση[15]. Οι ανησυχίες αυτές ενισχύονται και από τον κίνδυνο του αντιπληθωρισμού, που, ήδη αντιμετωπίζει  η ΕΕ. Το 2013 οι ενδοκοινοτικές συναλλαγές της ΕΕ μειώθηκαν κατά 5%, ενώ αυτές σε παγκόσμιο επίπεδο κατέγραψαν πτώση της τάξης του 17% σε σύγκριση με το ρυθμό μεταβολής τους πριν από την κρίση. Χαρακτηριστική είναι η δήλωση του Pascal Lamy, ex directeur de l’Organisation mondiale du commerce: “La menace du protectionnisme est peut-être plus  forte qu’elle ne l’ a jamais été  depuis le début de la crise” a déclaré en avril 2013 à Genève. Η επιβράδυνση του διεθνούς εμπορίου, ως ποσοστό στο ΑΕΠ τους, εμφανίζεται εντονότερη στην περίπτωση των αναδυόμενων οικονομιών, και τούτο επειδή οι εξαγωγές τους επηρεάστηκαν από την πτώση της ζήτησης των προηγμένων οικονομιών, εξαιτίας της κρίσης, ενώ οι εισαγωγές τους, είναι πιο ευαίσθητες σε περιόδους κρίσης από τις αντίστοιχες των προηγμένων οικονομιών. Εξάλλου, η παγκοσμιοποίηση φαίνεται να έχει  εξαντληθεί , και διότι  οι δασμοί είναι, κατά μέσο όρο σε παγκόσμια βάση, κατώτεροι του 5% της αξίας των εισαγωγών και είναι δύσκολο να μειωθούν περισσότερο.
Περισσότερο, ωστόσο, από τη στασιμότητα του διεθνούς εμπορίου, η επιβράδυνση της παγκοσμιοποίησης  επιβεβαιώνεται από τη σαφή τάση των εθνικών οικονομιών να συνάπτουν περιφερειακές συμφωνίες. Κυρίως οι ΗΠΑ περιορίζουν, πρόσφατα, τη δραστηριότητά τους στις παγκόσμιες συναλλαγές, συνάπτοντας εμπορικές συμφωνίες με τους κατεξοχήν συμμάχους τους, που είναι η  NAFTA, η EE, η Ασία, η Ιαπωνία, η Νότιος Κορέα, η Αυστραλία και η Νέα Ζηλανδία. Με τις περιφερειακές αυτές συμφωνίες, που επιφέρουν τελικά ισχυρό πλήγμα κατά της παγκοσμιοποίησης, οι ΗΠΑ κατορθώνουν να  εξασθενούν τις αντιδράσεις  των τριών αναδυόμενων οικονομιών, της Κίνας, της Ινδίας και της Βραζιλίας, που επιδιώκουν  να περισώσουν τα δικά τους εθνικά συμφέροντα[16]. Πράγματι, οι αναδυόμενες οικονομίες, που συνειδητοποίησαν την αύξηση του ειδικού τους βάρους στην παγκόσμια οικονομική αρένα, ενώνουν τις δυνάμεις τους και εμφανίζονται ολοένα και λιγότερο πρόθυμες  στο να αποδέχονται συμφωνίες που κρίνουν ότι μπορεί να είναι βλαπτικές για τη συνέχιση της ταχύρυθμης ανάπτυξής τους.  Είναι ο λόγος που αντέδρασαν στην επιθυμία των προηγμένων οικονομιών να επεκτείνουν την απελευθέρωση των διεθνών συναλλαγών στις υπηρεσίες, στο καθεστώς των  ξένων επενδύσεων  και στις  αγορές του δημόσιου τομέα.

Γ. Επανεγκατάσταση των επιχειρήσεων

Η τάση επαναπατρισμού των επιχειρήσεων στη γενέτειρά τους θα αναγνωριστεί,  πιθανότατα, στο προσεχές μέλλον, ως η σπουδαιότερη ένδειξη της αποπαγκοσμιοποίησης. Στο αποκορύφωμα της απελευθέρωσης των συναλλαγών κυριάρχησε στην υφήλιο το φαινόμενο της μετεγκατάστασης των επιχειρήσεων ή της απλής απειλής περί εγκατάλειψης του τόπου έδρας μιας  επιχείρησης, με προορισμό τμήμα της ή και ολόκληρης  σε αναδυόμενη ή αναπτυσσόμενη οικονομία. Η  εκτεταμένη αυτή πρακτική είχε ως αποτέλεσμα την προς τα κάτω εξίσωση των μισθών, και συνεπώς τη δημιουργία ανεξέλεγκτων ανισοτήτων. Ήδη από το 2013, και αρχίζοντας από τις ΗΠΑ, καταγράφεται, δειλά στην αρχή, η αντίστροφη τάση της επιστροφής των επιχειρήσεων στη γενέτειρα. Η πολύ σημαντική αρχή αυτής της επανόδου έγινε από την Apple, που επανεγκατέστησε εργοστάσιό της παραγωγής υπολογιστών στο Τέξας. Ακολούθησε η General Electric, η οποία  επανέφερε στις ΗΠΑ την παραγωγή ψυγείων, πλυντηρίων και  φορητών θερμαστρών. Πολυάριθμες μεγάλες πολυεθνικές, όπως η Caterpillar, η ET Water Systems εγκατέλειψαν την Κίνα, επιστρέφοντας στις ΗΠΑ[17]. Εκτιμάται[18] ότι το 37% των επιχειρήσεων με τζίρο ανώτερο του 1 εκατομμυρίου δολαρίων  δηλώνουν την πρόθεσή τους επαναπατρισμού τμήματος της παραγωγής των επιχειρήσεών τους. Αναμφίβολα, η σημαντική αύξηση της απασχόλησης στις ΗΠΑ  εξηγείται από την τάση αυτή των αμερικανικών επιχειρήσεων να επιστρέφουν στην πατρίδα τους.   Αλλά η ίδια αυτή τάση επανόδου των επιχειρήσεων στην πατρίδα τους επεκτείνεται και στην Ευρώπη με κάποια καθυστέρηση. Οι ερμηνείες αυτής της εξέλιξης, εν πολλοίς κοινές για Αμερική και Ευρώπη κινούνται προς την κατεύθυνση του περιορισμού της παγκοσμιοποίησης. Ενδεικτικά, αναφέρω το ανερχόμενο ενδιαφέρον των καταναλωτών στις ΗΠΑ, αλλά και στην Ευρώπη, για την προέλευση των αγαθών που αποκτούν και που φαίνεται να προτιμούν, ολοένα και περισσότερο, τα «δικά τους» προϊόντα. Το νέο αυτό στοιχείο, από τα  σημαντικότερα της αντιπαγκοσμιοποίησης, μπορεί να ερμηνευτεί και από τη συνειδητοποίηση των δεινών της παγκοσμιοποίησης, αλλά και από την απόδοση μεγαλύτερης σημασίας, από πριν, στην ποιότητα των αγαθών. Καταλυτικής σημασίας, εξάλλου, για τον επαναπατρισμό των επιχειρήσεων είχε ο πρόσφατος  περιορισμός του ανοίγματος ανάμεσα στο επίπεδο μισθών στις  αναδυόμενες/αναπτυσσόμενες και στις προηγμένες οικονομίες. Πράγματι, στην Κίνα, που ήταν ο σπουδαιότερος προορισμός της μετεγκατάστασης επιχειρήσεων, οι μισθοί κατέγραψαν αύξηση,  μέχρι και  19% μετά το 2005. Και από την άλλη πλευρά, η παρατεταμένη πολιτική λιτότητας, που εφαρμόζεται στις προηγμένες οικονομίες,, και κυρίως στην ΕΕ έχει συμβάλλει στο πάγωμα, ή ακόμη και στη μείωση των πραγματικών μισθών σε αυτές.


Δ. Η κοινή γνώμη εναντίον της παγκοσμιοποίησης

Με το ξέσπασμα της κρίσης αποκαλύφθηκε σημαντική μεταβολή της κοινής γνώμης απέναντι  στην απελευθέρωση των διεθνών συναλλαγών, που δικαιολογείται από  τη συνειδητοποίηση των δυσμενών συνεπειών της. Εκτιμάται ότι γύρω στο 65% των Ευρωπαίων είναι υπέρ του περιορισμού της ελευθερίας των συναλλαγών, υπέρ δηλαδή της αποπαγκοσμιοποίησης. Ωστόσο, τα υψηλότερα ποσοστά δυσαρεστημένων από  τα αποτελέσματα της παγκοσμιοποίησης  διαπιστώνονται στις ΗΠΑ όπου το 71% των πολιτών ανησυχεί για την  καταστροφή θέσεων εργασίας, εξαιτίας των εμπορικών συναλλαγών με την Κίνα, και το 78% θεωρεί πολύ σοβαρό πρόβλημα την δημοσιονομική (financière) εξάρτηση της Αμερικής από την Κίνα[19]. Αντιθέτως, μόνο το 15% των μεγάλων επιχειρηματιών της Αμερικής  δηλώνουν ότι είναι εναντίον της παγκοσμιοποίησης.

Ε. Το περιβάλλον, που αναγγέλλει το τέλος της παγκοσμιοποίησης

Υπάρχει διάχυτη, στις προηγμένες όσο και στις αναδυόμενες οικονομίες, η επιθυμία   για περισσότερη  ασφάλεια και για ανάληψη μικρότερου κινδύνου, από πριν. Η ικανοποίηση αυτών των τάσεων απαιτεί περιορισμό  της απόλυτης ελευθερίας, και επάνοδο των ρυθμίσεων στις αγορές, που είχαν καταργηθεί επί παγκοσμιοποίησης. Απαιτεί απομάκρυνση από τις ιδεοληψίες των «αόρατων χεριών» των κλασικών, που δήθεν ρυθμίζουν την αγορά και, ταυτόχρονα, συμφιλίωση με την ανάγκη παρέμβασης του κράτους στην οικονομία. Τα σύνορα, που είχαν ουσιαστικά καταργηθεί με την παγκοσμιοποίηση γίνονται, και πάλι επιθυμητά, καθώς εγγυώνται μεγαλύτερη ασφάλεια. Η ανεύθυνη  ανάληψη χρεών περιορίζεται, και  γίνεται ανεκτός κάποιος ελεγχόμενος βαθμός πληθωρισμού, που διευκολύνει την αποπληρωμή των συσσωρευμένων χρεών, επί παγκοσμιοποίησης.


ΙΙ.Τα αίτια της αποπαγκοσμιοποίησης: οι καταστροφές της παγκοσμιοποίησης

Αν, πράγματι, έχει αρχίσει η αποπαγκοσμιοποίηση, όπως φαίνεται από πολυάριθμες ενδείξεις, από Ι παραπάνω,  θα ήταν ενδιαφέρον να απαντηθεί ποια είναι τα ειδικότερα αίτια   αυτής της   ανατροπής. Πρόκειται, άραγε, για τη θεωρία που αναπτύσσει ο François  Lenglet, περί του κύκλου των 80 περίπου ετών, με τα δύο ημικύκλια, με βάση την οποίαν είμαστε τώρα στα πρόθυρα μεταβολής;  Είναι μια πολύ πιθανή ερμηνεία, που ωστόσο δεν αποκλείει και άλλες μερικότερες και συμπληρωματικές, όπως κυρίως το επιχείρημα ότι η μεταβολή της διεθνούς οικονομικής τάξης πραγματοποιείται υπό την πίεση των αρνητικών συνεπειών της κάθε φάσης των 40 περίπου ετών, οι οποίες εντείνονται και πολλαπλασιάζονται όσο πλησιάζουν προς το τέλος της. Στο μερικότερο, εξάλλου, αυτό επιχείρημα μπορεί επίσης να προστεθεί και η αντίδραση που ασκείται εκάστοτε υπέρ της ανατροπής από εκείνες τις κοινωνικές ομάδες, εναντίον των οποίων στρέφεται το υπό ανατροπή διεθνές καθεστώς. 
Με τις παραπάνω αυτές σκέψεις θα επιχειρηθεί η διερεύνηση των κυριοτέρων αιτίων της αποπαγκοσμιοποίησης.
Είναι πια ευρύτατα  αποδεκτό ότι η παγκοσμιοποίηση κατέληξε σε σειρά αρνητικών συνεπειών, και αθέτησε όλες σχεδόν τις αρχικές της υποθέσεις. Συγκεκριμένα πρόκειται για :


Α. Κορύφωση ανισοτήτων

Η παγκοσμιοποίηση αποδείχθηκε ως σύστημα που ευνοεί τους ισχυρούς και που δημιουργεί  αβυσσαλέες  ανισότητες σε όλους τους τομείς.

α)  Σε ότι αφορά την προσωπική κατανομή του εισοδήματος, όπου οι εξελίξεις υπήρξαν καταιγιστικές μετά την επιβολή της παγκοσμιοποίησης και του νεοφιλελευθερισμού,  το 1% των  πλουσιότερων κατοίκων  της Γης ελέγχει το 45%  περίπου του παγκόσμιου πλούτου….και το 50% των φτωχότερων κατοίκων του πλανήτη καλείται να μοιραστεί το 1% του παγκόσμιου πλούτου. Για μετά το τέλος της κρίσης προβλέπεται ότι  το ποσοστό ελέγχου της παγκόσμιας ελίτ θα αυξηθεί ακόμη περισσότερο.
β) Τα μερίδια εργασίας και κεφαλαίου στο εθνικό εισόδημα, όπως αυτά εκφράζονται  στη συνάρτηση  Cobb-Douglas θεωρήθηκαν ως σταθερά και μη μεταβαλλόμενα,  ως το ’80, ως την έλευση δηλαδή της παγκοσμιοποίησης, και με τις εξελίξεις που τη συνόδευσαν. Με βάση τις εκτιμήσεις του ΔΝΤ [20],  το μερίδιο των μισθών, στις χώρες-μέλη του G7 μειώθηκε  κατά 5.8%, στην περίοδο 1983-2006, και πιο συγκεκριμένα κατά 8.8% στις χώρες-μέλη της ΕΕ[21], ενώ κατά 9.3 βαθμούς στη Γαλλία. Η κάθετη αυτή πτώση του μεριδίου της εργασίας προς όφελος των κερδών, στο ΑΕΠ των προηγμένων οικονομιών συνοδεύτηκε και από  κύμα μεταρρυθμίσεων, που είχε ως αποτέλεσμα τον περιορισμό  των μέτρων προστασίας των εργαζομένων, κυρίως στα πλαίσια της ΕΕ και κυρίως στις χρεωμένες οικονομίες του ευρωπαϊκού Νότου, έτσι που να μην είναι υπερβολικό το επιχείρημα ότι η εργασία βρίσκεται  υπό διωγμό[22].
Η εύλογη  ερμηνεία της έξαρσης των ανισοτήτων, στην προσωπική και στη λειτουργική κατανομή (répartition fonctionnelle,) κατά τη φάση της  παγκοσμιοποίησης, είναι  ότι αυτή οφείλεται στην απελευθέρωση των συναλλαγών, η οποία περιλαμβάνει πολυάριθμες όψεις. Πολύ ισχυρή είναι η ερμηνεία για  την τάση ισοπέδωσης των μισθών προς τα κάτω, που είναι  συνέπεια της απελευθέρωσης του διεθνούς εμπορίου και της μετεγκατάστασης επιχειρήσεων, γιατί θέτει σε ανταγωνισμό το επίπεδο μισθών προηγμένων και αναπτυσσόμενων οικονομιών. Ακόμη, να αναφέρω και την πτωτική τάση της παραγωγικότητας, εξαιτίας της υποκατάστασης θέσεων εργασίας χωρίς εξειδίκευση στη βιομηχανία,  που εκπατρίστηκαν σε αναδυόμενες, από θέσεις εργασίας στον τομέα των υπηρεσιών, με χαμηλότερη παραγωγικότητα. Ταυτόχρονα όμως δημιουργείται και μικρός αριθμός θέσεων εργασίας, με πολύ υψηλή παραγωγικότητα και, συχνά, αστρονομικούς μισθούς, που οφείλονται κυρίως στον βίαιο διαχωρισμό  εικονικής και πραγματικής οικονομίας. Είναι  οι αμοιβές των traders, οι οποίοι διαχειρίζονται τεράστια ποσά αποταμίευσης που διακινούνται ανεξέλεγκτα  από το ένα άκρο της υφηλίου στο άλλο, αναζητώντας το μέγιστο δυνατό κέρδος, οι αμοιβές αυτών που εργάζονται στο internet η στο σύγχρονο  marketing Ωστόσο, υπάρχει και δεύτερη ερμηνεία, που αρνείται ότι οι ανισότητες προέρχονται από την απελευθέρωση των συναλλαγών, κα προσκομίζει δεδομένα, από τα οποία φαίνεται να προκύπτει  ότι, ειδικά, για τις ΗΠΑ οι συναλλαγές είναι ανεπαρκείς, σε σύγκριση με το μέγεθος της οικονομίας, και συνεπώς ανίκανες  να προκαλέσουν αυτής της έκτασης τις ανισότητες, οι οποίες είναι ορθότερο  να αποδοθούν στις νέες τεχνολογίες[23]. Να σημειωθεί, επίσης, ότι η μετεγκατάσταση επιχειρήσεων δημιούργησε στις  αναδυόμενες οικονομίες μια ανερχόμενη μεσαία τάξη, που στρέφεται εναντίον των ανισοτήτων.
γ) Το χάσμα μεταξύ Βορρά και Νότου έχει παύσει να περιορίζεται  τα τελευταία χρόνια[24], κυρίως αναφορικά με τους βασικούς δείκτες της παιδικής θνησιμότητας, της ελπίδας ζωής και του αναλφαβητισμού[25]. Και το χάσμα ανάμεσα στο μέσο κάτοικο των φτωχών και των πλούσιων χωρών διευρύνεται: το 1990 ένας μέσος Αμερικανός ήταν 38 φορές πλουσιότερος από έναν μέσο κάτοικο της Τανζανίας, ενώ το 2007 η διαφορά αυτή ανέρχεται σε 61 φορές[26]. Το πρόβλημα της διεύρυνσης των διαφορών, ειδικά ανάμεσα στο  Βορρά και στο Νότο της Ευρώπης,  έγινε ανεξέλεγκτο και επικίνδυνο για τη συνέχιση της ΕΕ, κάτω από τη συνδυασμένη επίδραση της παγκοσμιοποίησης και των διαφόρων συνθηκών της ΕΕ[27] .




Γ.  Η απελευθέρωση των συναλλαγών δεν ωφελεί το σύνολο των συναλλασσομένων

Σε αντίθεση με τα όσα σχετικά υποστηρίζει η επικρατούσα θεωρία, δηλαδή ότι το ελεύθερο εμπόριο ωφελεί όλους, τα αποτελέσματα και αυτής της προς το παρόν τελευταίας παγκοσμιοποίησης δεν την επαληθεύουν. Η συμπλευση της απελευθέρωσης των συναλλαγών με  ακραίας μορφής φιλελευθερισμό κατέληξε στην,  χωρίς όρους, υποχρέωση  των αναπτυσσόμενων χωρών για  διάνοιξη των οικονομικών τους συνόρων στο ελεύθερο εμπόριο, με την απειλή ότι σε περίπτωση άρνησης δεν θα λάμβαναν βοήθεια. Το πιο απογοητευτικό παράδειγμα  προσφέρεται από την υποσαχάρια Αφρική  της οποίας οι εξαγωγές ανέρχονται στο 40% περίπου του ΑΕΠ της[28]. Αλλά και  οι άμεσες ξένες επενδύσεις, που σύμφωνα με την επικρατούσα θεωρία θα έπρεπε να κατευθύνονται προς τις  αναπτυσσόμενες οικονομίες,  μόνο το 4% του συνόλου τους προσελκύονται από αυτές. Πράγματι, αν εξαιρεθεί η Κίνα, οι άμεσες ξένες επενδύσεις προτιμούν τις ήδη προηγμένες οικονομίες
Δ.  Οι κρίσεις έγιναν συχνότερες

Η παγκοσμιοποίηση έκανε συχνότερες της κρίσεις,  τόσο στις προηγμένες, όσο και στις αναδυόμενες οικονομίες, παρότι είχε προβλέψει το δήθεν τέλος τους, χάρις στη λειτουργία της «νέας οικονομίας». Πρόκειται κυρίως για κρίσεις  χρηματοπιστωτικές και τραπεζικές που ωστόσο εξελίσσονται συχνά  σε συστημικές ή  σε κρίσεις χρέους, όπως  συνέβη με την προς  το παρόν,  τελευταία που άρχισε το 2007. Πράγματι, στη δεκαετία του ’90 το ξέσπασμα  κρίσεων  έγινε  δέκα φορές πιθανότερο σε σύγκριση με τη δεκαετία του ’70[29]. Και όχι μόνον, αλλά καταγράφεται και μια διαρκή επιβράδυνση της Δύσης, που εύλογα  δικαιολογεί  βάσιμους φόβους για το τέλος της οικονομικής μεγέθυνσης και για την υποκατάστασή της από μακροχρόνια  στασιμότητα[30]. Οι κρίσεις, στην παγκοσμιοποίηση τροφοδοτούνται από την άναρχη ελευθερία της κίνησης  κεφαλαίων[31].Υπάρχει διάχυτη η  άγνοια του κινδύνου, που ωθεί τους  οικονομικούς φορείς σε ακραίες συμπεριφορές, και σε υπερχρέωση του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα,. Οι κάθε μορφής  ανισορροπίες συσσωρεύονται, έτσι, στην παγκοσμιοποίηση.. 
Η παραπάνω ενδεικτική αναφορά των πολλών και σοβαρών δυσμενών συνεπειών της παγκοσμιοποίησης μπορεί να δικαιολογήσει  την ανατροπή της, από κοινού και με άλλες ερμηνείες, που ήδη αναφέρθηκαν παραπάνω

Ε.  Η τελευταία αυτή παγκοσμιοποίηση εξελίχθηκε πολύ γρήγορα σε συνωμοτική[32]

 Η παγκοσμιοποίηση, σε εξέλιξη, περιέλαβε σταδιακά στους στόχους και στον τρόπο λειτουργίας της, στοιχεία ετερόκλητα, που δεν  εξυπηρετούν  τα συμφέροντα της ολότητας, αλλά τα συμφέροντα των, εκάστοτε. ισχυρών κοινωνικών ομάδων. Και που, επιπλέον, ήταν άσχετα τα στοιχεία αυτά με το περιεχόμενο και με τον  γενικό ορισμό της που  είναι η  ελεύθερη και απρόσκοπτη διακίνηση αγαθών και υπηρεσιών. 
Αυτά τα στοιχεία προέρχονται από τον εναγκαλισμό της παγκοσμιοποίησης με τον ultralibéralisme.  Εντελώς, ενδεικτικά, θα αναφερθώ στη θεοποίηση της ανταγωνιστικότητας, που  εξισώνεται με την ελαχιστοποίηση της εργατικής αμοιβής, και  γι αυτό δικαιολογεί μαζικές απολύσεις εργαζομένων, εσπευσμένες ιδιωτικοποιήσεις και εξασθένιση του κράτους Πρόνοιας[33]. Ακόμη, η πεποίθηση ότι «les marchés s’autorégulent tant au niveau national qu’international” est un mythe. Pour mentionner un seul, des ouvrages en plusieurs tomes, d’avant les années ’70  au sujet de la libéralisation des marchés :   « …elle mène au chaos, accumule les inégalités et détruit la cohésion sociale , et ceci dans tous les pays et au cours de toutes les époques où on l’avait tentée»[34]

III. Προβλέποντας τα χαρακτηριστικά της νέας διεθνούς οικονομικής τάξης ο προστατευτισμός p. 212

Η ανατροπή ενός διεθνούς συστήματος που  δείχνει να άγγιξε τα όριά του είναι αναπόφευκτη.  Η εναλλαγή των συστημάτων οφείλεται στις ακρότητες και στις υπερβολές, στις οποίες αυτά επιδίδονται, προς το τέλος της κυριαρχίας τους, και αυτές εντείνουν τη δυσαρέσκεια και τις αντιδράσεις των όσων θίγονται από αυτές.              Ο γύρος του κύκλου, αέναος μέσα στο χρόνο, εξασφαλίζει τη συνεχή διαδοχή της παγκοσμιοποίησης και του προστατευτισμού, που αν και εμφανίζουν το καθένα από αυτά, τις ίδιες πάντα κυρίαρχες  κατευθύνσεις, ωστόσο εμπλουτίζονται και με κάποια πρόσθετα  χαρακτηριστικά,  σε κάθε επόμενη εμφάνιση τους,. Και τώρα ερωτάται αν είναι καθοδόν ένα διεθνές οικονομικό σύστημα, που καταργεί την παγκοσμιοποίηση ή τουλάχιστον που περιορίζει πολύ το πεδίο και την ένταση της εφαρμογής της; Και αν ναι,  ποιο θα είναι αυτό,  τι βασικά χαρακτηριστικά θα έχει και, το σπουδαιότερο, το  σύστημα αυτό θα είναι καλύτερο  από το απερχόμενο; Ποια τα  πλεονεκτήματα και ποια τα μειονεκτήματά του; Καταρχήν, να τονιστεί ότι και τα δύο διαθέσιμα συστήματα έχουν  και πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα, και για αυτό ο συνδυασμός τους είναι  πάντα προτιμότερος από την μονομερή και απόλυτη εφαρμογή τους. Στην αρχή της επικράτησης ενός από τα δύο, η προσοχή συγκεντρώνεται μόνο στα πλεονεκτήματά του, ενώ παραβλέπονται, κατά κάποιο τρόπο, τα μειονεκτήματά του. Ακριβώς, το αντίθετο συμβαίνει στο τέλος της κυριαρχίας του.

Ένα πολύ συχνό ερώτημα, σχετικά με τα δύο αυτά διεθνή οικονομικά συστήματα, είναι ποιό από τα δύο, με βάση την ιστορία τους,  καταγράφει τα καλύτερα αποτελέσματα για την οικονομία, αλλά και για τους πολίτες. Παρότι ο προστατευτισμός  εμφανίζεται από τους εκάστοτε ισχυρούς της υφηλίου ως το κατάλληλο σύστημα για τους αδύναμους, για  αυτούς που δεν αντέχουν τον ανταγωνισμό και σχεδόν για καθυστερημένους, ωστόσο αποδεικνύεται ότι έχει  την πιο μακρόχρονη εφαρμογή, συγκριτικά με την αντίστοιχη της  απελευθέρωσης των συναλλαγών, αλλά επιπλέον καταγράφει και  θετική επίδραση στην ανάπτυξη. Το σύστημα του προστατευτισμού, όμως,  περιβάλλεται από φοβία και συχνά υστερία, ενώ υπογραμμίζονται με τρόπο, συχνά, υπερβολικό τα μειονεκτήματά του. Η στάση αυτή μπορεί να  εξηγηθεί από το γεγονός ότι για τα τελευταία 100 χρόνια η απελευθέρωση, κυρίως,  των χρηματοπιστωτικών συναλλαγών ευνοεί  στο έπακρον τις πολυεθνικές και τους τραπεζίτες, που δεν θέλουν με τίποτε να χάσουν τα προνόμιά τους[35]. Οι ακόλουθες σχετικές απόψεις του Larry Summers είναι ιδιαιτέρως[36] διαφωτιστικές: «élites sans patrie qui ont fait allégance à la mondialisation économique et à leur propre prospérité, plutôt quaux intérêts de la nation où elles vivent” Γενικότερα, μπορεί να υποστηριχθεί ότι η επιλογή ανάμεσα στα δύο αυτά συστήματα είναι, κύρια και πρωταρχικά, θέμα σταδίου ανάπτυξης. Η προτροπή του Friedrich List to 1840[37], σχετικά με  την ανάγκη λήψης προστατευτικών μέτρων  στις αναπτυσσόμενες οικονομίες, μέχρις ότου αυτές εκπαιδευθούν και  είναι έτοιμες να αντιμετωπίσουν το διεθνή ανταγωνισμό, κυρίως  στο χώρο της  βιομηχανίας, διατηρεί και σήμερα την αξία της. Τα προστατευτικά μέτρα, κατά τον List, έχουν ως στόχο την προετοιμασία των νέων οικονομιών για τον διεθνή  ανταγωνισμό, και με την έννοια αυτή, πρέπει να είναι περιορισμένης έκτασης και προσωρινά[38]. Ακριβώς,  ο κίνδυνος για τις αναπτυσσόμενες οικονομίες, ήταν ότι η τελευταία παγκοσμιοποίηση δεν σεβάστηκε την ανάγκη τους για προστατευτισμό, προκειμένου να προετοιμαστούν για την έκθεσή τους στο διεθνή ανταγωνισμό, αλλά αντιθέτως τις υποχρέωσε σε, χωρίς όρους, διάνοιξη των συνόρων τους. Το κύριο μέσο προστατευτισμού είναι η επιβολή  δασμών, που στοχεύει γενικά στην προστασία της εσωτερικής παραγωγής και της εσωτερικής απασχόλησης. Μέτρο προστατευτισμού είναι, ακόμη, η ηθελημένη μείωση της παραγωγής ορισμένων αγαθών, κυρίως γεωργικών, προκειμένου να μην μειωθεί η τιμή τους στη διεθνή αγορά[39]. Οπωσδήποτε, όμως, το αν τα προστατευτικά μέτρα, τελικά, θα  ωφελήσουν ή όχι την οικονομία που τα υιοθετεί, εξαρτάται από σωρεία παράλληλων δεδομένων, έτσι που κάθε περίπτωση να είναι διαφορετική. Ωστόσο, η στροφή οικονομιών, προς την υιοθέτηση του προστατευτισμού, σε κάποιον βαθμό του, εξηγείται σχεδόν πάντοτε από την κόπωση των πολιτών, που έχουν βιώσει την αγριότητα   της παγκοσμιοποίησης. Η  έντονη επιθυμία τους  για την εξασφάλιση μεγαλύτερου βαθμού  προστασίας, τους κάνει να παραβλέπουν, έστω   παροδικά, τα μειονεκτήματα  του προστατευτισμού. Επειδή, ακριβώς, και τα δύο διαθέσιμα  διεθνή συστήματα, διαθέτουν και μειονεκτήματα και πλεονεκτήματα, η δόση και ο συνδυασμός των οποίων δεν είναι δυνατόν να προβλεφθεί εκ των προτέρων, η άριστη επιλογή με τις συνθήκες αυτές είναι η προσπάθεια  ταυτόχρονης εφαρμογής τους.

Συμπέρασμα
Η παγκοσμιοποίηση δείχνει να έχει  φθάσει στα όριά της, ενώ η συνέχισή της προσκρούει στο γεγονός ότι δεν υπάρχει διεθνής δύναμη που να την συντονίζει. Πράγματι, οι ΗΠΑ δεν ήταν, από την αρχή διατεθειμένες να επωμιστούν το ρόλο που είχε αναλάβει η M. Βρετανία στην προηγούμενη φάση της απελευθέρωσης των συναλλαγών, ενώ η Κίνα, που θεωρητικά, θα μπορούσε, δεν είναι ακόμη έτοιμη για έναν ρόλο διεθνή τόσο σημαντικό. 
Στο αρχικό  ερώτημα, τώρα,  του αν δηλαδή πρόκειται για αυθόρμητη  ή προκαλούμενη εξέλιξη  αυτή της αποπαγκοσμιοποίησης, η απάντηση που μου φαίνεται ορθότερη είναι ότι είναι συνέπεια και των δύο. Εξάλλου, αν πράγματι είμαστε στα πρόθυρα της υιοθέτησης του προστατευτισμού,  σε βαθμό πιο εμφανή και πιο επίσημο του ήδη υπάρχοντος, πιστεύω ότι θα είναι προς όφελος της ανθρωπότητας, της οποίας τα πολυσχιδή δεινά της παγκοσμιοποίησης πρέπει να αντιμετωπιστούν και, κατά το δυνατόν, να θεραπευθούν.








[1] Δεν επρόκειτο για πραγματικά νέο διεθνές σύστημα, αλλά αντιθέτως επαναλαμβανόμενο κατά μεγάλα χρονικά διαστήματα, στο οποίο όμως δόθηκε νέο όνομα, αυτό της «παγκοσμιοποίησης» που δεν υπήρχε τότε ούτε στα λεξικά
[2]  Maria Negreponti-Delivanis, La mondialisation conspiratrice,  Fondation Delivanis , ed. L’Harmattan, Paris 2002 , en guise de preface.
[3]  François  Lenglet, La f in de mondialisation, Librairie Arhème Fayard/Pluriel 2014, Chapitre 5-L’éternel  retour
[4] ibidem
[5]ibidem
[6] “Frédéric Lordon et la démondialisation”, 22 août 2013-par franco07
[7] Ibidem
[8] Deglobalization, ideas for a New World Economy, Londres et New York 2002
[9]«Financial Globalization:Retreat or Reset?, Mc Kinsey Global Institute, mars 2013
[10] The Economist,12.10.2013-Special Report:  World Economy
[11] Ibidem
[12] François Lenglet, op.cit. p. 18
[13] Cabinet des consultants McKinsey
[14] Alternatives Economiques,no 341,ddécembre 2014
[15] Patrick Artus et Marie-Paule Virard, Croissance Zéro, Fayard 2015
[16] Alternatives Economique op.cits
[17] François Lenglet, op.cit. pp. 26ss
[18] Etude de Boston Consulting Group
[19]Jessica Tuchman Matews, Andrew Kohut et Stapleton Roy “US Public , Experts Differ  on China Policies”  Pew Research Center-septembre 2012
[20] Μάρτιος 2008
[21] Commission Européenne
[22] Μαρία Νεγρεπόντη-Δελιβάνη, Μεταρρυθμίσεις, το ολοκαύτωμα των εργαζομένων στην Ευρώπη, Ίδρυμα Δελιβάνη και Εκδόσεις Λιβάνη, 2007
[23] Daniel Cohen, Richesse du monde, pauvreté des nations, Flammarion 1997
[24] World of Work Report-TWN Info Service on  Finance and Development (Okt.08/06), 23 ocrobreue t  2008, third World Network-Labour: income  inequality expected to rise  to financila ctises, Published  in SUNS#6571 dated 20 octobre 2008
[25] PNUD
[26] Ibidem
[27] Maria Negreponti-Delivanis  « La fin de l’euro : le nord  de l’Europe contre son  sud » Cahier CEDIMES  No 1, 2013
[28] Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου
[29]  World of Work Report, op.cit.
[30] Patrik Artus et Marie-Paule Virard, Croissance zéro, op.cit.
[31]Paul de Cauwe et Yuemei Ji “Panic driven austerity in the Eurozone and its implications”21 fvrier 2013, publié par voxeu.org: http//www.voxeu.org/article/panic-driven-austerity-eurozone-and-its-imlications
[32] Maria Negreponti-Delivanis, Mondialisation Conspiratrice, Fondation Delivanis, Editions L’Harmattan, Paris 2002, Chap. III
[33] Ibidem, p. 215
[34]J. Gray, Faulse Down, Granta Publication, Londres, 1998, p.18
[35] François Lenglet, op.cit. p. 212
[36] Larry Summers, « America needs to make a new case for trade », Financial Times, 27 avril 2008
[37] Système national d’économie politique, en tradution française, 2e édition Capelle, Paris , 1957
[38]Maurice Byé, Gérard  Destanne de Bernis, Rélations Economiques Internationale, Dalloz, 5ième édition,  p. 1260
[39] Μέτρο το οποίο εφαρμόζει σε μεγάλη κλίμακα η ΕΕ στον πρωτογενή τομέα