Δευτέρα, 13 Νοεμβρίου 2017

12.10.2017 Αθήνα-ΜΑΧΩΜΕ, 19 ώρα, Αγίου Κωνσταντίνου και Γερανίου, 1ος όροφος
===========================================================
Παρουσίαση βιβλίου "Ευρωζώνη, Εθνικό Νόμισμα και Λαϊκή Κυριαρχία, ΜΑΧΩΜΕ
και Ενωμένη Ευρωπαϊκή Αριστερά
=============================================================


Φίλοι και Φίλες,

Συγκεντρωθήκαμε απόψε για την παρουσίαση ενός βιβλίου, που κατέγραψε εισηγήσεις, θέσεις και συζητήσεις μιας, αρκετά, πολυάριθμης, αλλά  όχι, αναγκαστικά ομογενούς  ομάδας, της οποίας  οι εκπρόσωποί  υπηρετούν κοινωνικές επιστήμες.  Ωστόσο, ένας ισχυρός  κρίκος, συνδέει τα μέλη αυτής της ομάδας: η πίστη τους, πως αν υπάρχει σωτηρία για την Ελλάδα, αυτή βρίσκεται εκτός μνημονίων, βρίσκεται στη ρήξη με την Ευρωζώνη και βρίσκεται στην επιστροφή στο εθνικό μας νόμισμα.
        Το βιβλίο, που κρατάτε στα χέρια σας αποτελεί τη συνέχεια του τριήμερου επιστημονικού συνεδρίου, που διοργανώθηκε από το ΜΑΧΩΜΕ στις 15-17 Ιανουαρίου του 2016, και δημοσιεύθηκε με τη συνδρομή της Ευρωπαϊκής Ενωτικής Αριστεράς. Πρόκειται για έκδοση  προσεγμένη και καλαίσθητη, που φέρει τον τίτλο "Ευρωζώνη- Εθνικό Νόμισμα και Λαϊκή Κυριαρχία". Και αναφορικά με το περιεχόμενό του βιβλίου, εξαιρώντας φυσικά τον εαυτό μου, θα πω ότι κατόρθωσε να κινητοποιήσει σημαντικό αριθμό Ελλήνων, αλλά και ξένων επιστημόνων, με εισηγήσεις γενικά σοβαρές και εμπεριστατωμένες, οι οποίες εξετάζουν το  θέμα της επιστροφής στο εθνικό μας νόμισμα, από πολλές οπτικές γωνίες, που αποτελούν και τις επί μέρους ενότητες. Η επιλογή των τίτλων των επί μέρους κεφαλαίων, που εμφανίζουν γενικά αριστοτεχνική πρωτοτυπία, υποθέτω ότι έγινε από τον  πρόεδρο του ΜΑΧΩΜΕ, το Γιάννη Τόλιο, ο οποίος άλλωστε πρωτοστάτησε και στην οργάνωση του περυσινού συνεδρίου.
        Το βιβλίο που σήμερα παρουσιάζεται, διακρίνεται από μια απίστευτη ιδιορρυθμία: δεν είναι προς πώληση! Που σημαίνει, ότι όσοι από σας θελήσουν να το αποκτήσουν, δεν θα το πληρώσουν. Να υπενθυμίσω, ωστόσο, ότι το ΜΑΧΩΜΕ,  που είναι πίσω από το συνέδριο και το ανά χείρας βιβλίο πρόσκειται στη ΛΑΕ. Πρόκειται για  ένα πολιτικό κόμμα, που  ανεξάρτητα από  το  αν συμφωνεί κανείς ή διαφωνεί με τις γενικότερες θέσεις του, έχει πάντως αποδείξει, περίτρανα, ότι ο αρχηγός και τα μέλη του δεν κυνηγούσαν καρέκλες, αλλά έμειναν πιστοί, με όποιο  κόστος αυτή η πίστη συνεπάγεται, στις  αρχικές εξαγγελίες του ΣΥΡΙΖΑ. Και, έχοντας ηθελημένα παραμείνει, εκτός κυβέρνησης, η ΛΑΕ όχι μόνο υπηρετεί με απόλυτη συνέπεια τα πιστεύω της, αλλά επιπλέον είναι το μοναδικό κόμμα που υπερασπίζεται την επιστροφή στο εθνικό μας νόμισμα,  δηλαδή αγωνίζεται για τη μοναδική λύση στο ελληνικό αδιέξοδο,  κατά την κρίση μου πάντοτε. Ακριβώς, η προσήλωση της ΛΑΕ στην  ανάγκη επιστροφής στο  εθνικό νόμισμα, της  έχει στοιχίσει τα τόσο χαμηλά ποσοστά  προτίμησης των Ελλήνων ψηφοφόρων. Των Ελλήνων, που υφίστανται συνεχή πλύση εγκεφάλου, από την πλειονοψηφία  των ΜΜΕ, προκειμένου να πειστούν ότι, αν γυρίσουμε στο εθνικό μας νόμισμα, θα έρθει ο Αρμαγεδδών. Το είπα και το έγραψα εκατοντάδες φορές  ότι πρόκειται για αυτόχρημα εγκληματική τακτική, η οποία εμπεριέχει έντονα στοιχεία τρομοκράτησης,  επιπόλαιες κρίσεις, απαράδεκτη άγνοια και  ηθελημένη παραπλάνηση των ακροατών των ΜΜΕ. Που μεταφράζεται, στο ότι, επιμένουμε να παραμείνουμε στο σοβαρά άρρωστο ευρώ, με κάθε θυσία, ακόμη και τώρα που το ευρωπαϊκό τοπίο έχει συθέμελα μεταβληθεί, και έχει γίνει ακόμη πιο εχθρικό για την Ελλάδα. Τώρα, που επίκειται μια Ευρώπη πολλών ταχυτήτων, και μια Γερμανία που δηλώνει επίσημα ότι δεν θέλει να βοηθήσει την Ελλάδα. Για να τελειώσω όμως με την εισαγωγή μου,  να πω, ότι όσοι από σας θελήσουν να πάρουν το βιβλίο δωρεάν, θα μπορούσαν να αφήσουν εντελώς ανεξάρτητα από την απόκτηση του, κάποια βοήθεια για τη ΛΑΕ, της  οποίας η παρουσία στα πολιτικά δρώμενα είναι χρήσιμη. Και μια τελευταία εισαγωγική παρατήρηση, σε απάντηση ηλεκτρονικού μηνύματος, που έλαβα πρόσφατα: "Οπαδός, προφανώς, του εθνικού μας νομίσματος, έχει ωστόσο αντίρρηση για την επάνοδο σε αριστερό νόμισμα, σε αριστερή δραχμή". Και σε τέτοιας μορφής ανεδαφικές, φυσικά, ανησυχίες θα ήθελα να απαντήσω   το προφανές: ότι δηλαδή δεν υπάρχουν αριστερά και δεξιά νομίσματα, αλλά υπάρχει δεξιά και αριστερή οικονομική πολιτική. Θα ευχόμουν, αν επιστρέψουμε στο εθνικό μας νόμισμα, το πρωταρχικό μέτρο που θα εφαρμοστεί, να είναι μια αναδιανομή του εισοδήματος και του πλούτου, απολύτως απαραίτητη για  να στηθεί, και πάλι, στα πόδια της η ελληνική οικονομία, μετά το πολύχρονο όργιο των κάθε μορφής αδιανόητων ανισοτήτων. Ανισοτήτων, που αν κάποτε  καταστεί εφικτή η ανάπτυξη, η μη αντιμετώπισή τους   θα αποτελέσει το κύριο εμπόδιο επιτυχίας της.
        Δράττομαι της ευκαιρίας  για να  υπογραμμίσω τα μόνιμα χαρακτηριστικά του πολιτικού, οικονομικού, ψυχολογικού και επιχειρησιακού  περιβάλλοντος, εντός του οποίου βιώνουμε τα  τελευταία 8 περίπου χρόνια, και τα οποία εμφανίζονται ακόμη πιο παρανοϊκά, υπό το φως των τελευταίων ευρωπαϊκών εξελίξεων. Πρόκειται για συνονθύλευμα στο οποίο  έχουν προσχωρήσει   κυβέρνηση και αντιπολίτευση, στην προσπάθειά τους να  ικανοποιήσουν όσο γίνεται περισσότερο, με όσο μεγαλύτερη δουλικότητα, ακόμη και  τις πιο εξωφρενικές  επιθυμίες και επιδιώξεις της τρόικας. Η συμπεριφορά τους αυτή ερμηνεύεται καταρχήν  από την πεποίθησή τους ότι  εκτός  ευρωζώνης "χανόμαστε". Ερωτάται, ωστόσο: είναι δυνατόν σοβαρά άτομα, με επιπλέον οικονομικές γνώσεις, να  έχουν κυριευτεί από τόσο ανεδαφικές απόψεις; Και όχι μόνο, αλλά επιπλέον να εξαρτούν  και τις τύχες του ελληνικού λαού, από μια τόσο επικίνδυνη μοιρολατρία; Δυστυχώς, το πλαίσιο εντός του οποίου λειτουργούν  οι Έλληνες και Ευρωπαίοι ηγέτες, αναφορικά με την τύχη της Ελλάδας,  είναι αυτό της ενσυνείδητης καλλιέργειας ψευδαισθήσεων,  ουτοπιών,  αυταπάτης,   αφελούς αισιοδοξίας,   συστηματικής ενασχόλησης με το δένδρο και όχι με το δάσος,  εξαγγελίας δήθεν επιτυχιών, που στην πραγματικότητα  πρόκειται για  τραγικές αποτυχίες. Κάτω από το πρίσμα αυτό, θα αναφερθώ σε ορισμένα γεγονότα και εξελίξεις, που αποδεικνύουν περίτρανα τις παραπάνω διαπιστώσεις, και που γι' αυτό  καθιστούν πολύτιμες τις αναλύσεις του βιβλίου, που σήμερα παρουσιάζεται:
1. Το ελληνικό πρόγραμμα, μας λένε οι αρμόδιοι εντός και εκτός Ελλάδας, ότι τελειώνει. Αλλά, πώς να τελειώνει, αφού το τέλος της  επιτήρησης προϋποθέτει ότι θα έχουμε πληρώσει το 75% του χρέους. Και αυτό, κάθε λογικός άνθρωπος αντιλαμβάνεται, ότι με την  παρούσα κατάσταση, δεν πρόκειται να επιτευχθεί ούτε το έτος 3000. Συνεπώς, η διαβεβαίωση ότι δήθεν "βγαίνουμε από τα μνημόνια", είναι άκρως παραπλανητική, εφόσον έχουμε μπροστά μας  ατέλειωτα, ακόμη, χρόνια υποτέλειας, ανεξαρτήτως του αν οι διάδοχοι των  μνημονίων θα ονομάζονται συμβόλαια, συμφωνίες, σημειώματα ή όπως αλλιώς θα βαφτιστούν. Αλλά, αν κάποιοι πιστεύουν ότι  τελειώνουν τα μνημόνια, τα οποία εφαρμόστηκαν επί  8 περίπου χρόνια, και τα οποία υποτίθεται ότι ήρθαν για να μας σώσουν,  είναι τώρα η στιγμή του απολογισμού των συνεπειών τους. Στο διάστημα αυτό χάθηκε το 27% του ΑΕΠ μας, το χρέος μας ως ποσοστό στο ΑΕΠ από 120 περίπου στην αρχή της κρίσης άγγιξε το 187 και εξακολουθεί να αναρριχάται. Η ανεργία, από 6% περίπου πριν από την κρίση, κινείται γύρω στο 26 του ενεργού πληθυσμού, σε πείσμα βέβαια της ωραιοποίησης που, πρόσφατα, επιχειρείται, και που φυσικά δεν αντέχει σε  σοβαρή συζήτηση. Ο αριθμός των επιχειρήσεων που βάζει λουκέτο είναι σταθερά ανώτερος  του αντίστοιχου της ίδρυσης νέων επιχειρήσεων. Το σύνολο των αποφασιστικών για την ανάπτυξη ροπών, της κατανάλωσης, επένδυσης και νεωτερισμού καταποντίζεται σταθερά τα τελευταία χρόνια, ενώ είμαστε η μοναδική χώρα του ΟΟΣΑ, που καταγράφει  αρνητική αποταμίευση και πτώση της κατανάλωσης βασικών ειδών διατροφής. Ερωτάται, λοιπόν, που ακριβώς βασίζεται η ικανοποίηση και συχνά οι ενθουσιασμοί των αρμοδίων, με βάση αυτές τις αξιοθρήνητες  συνέπειες;  Σε τι είδους  εικονική πραγματικότητα λειτουργούν, όλοι όσοι μας κυβέρνησαν τα τελευταία 8 περίπου χρόνια; Προφανώς, δε βλέπουν, δεν ακούν, δεν αντιλαμβάνονται!
2. Οι τραγικά εσφαλμένες βάσεις του ελληνικού προγράμματος διάσωσης αναγνωρίστηκαν από τις αρχές του  2013, και μάλιστα από τον επικεφαλής τότε οικονομολόγο του ΔΝΤ τον Olivier Blanchard, που προφανώς ήταν και αυτός που το εκπόνησε. Και έκτοτε σωρεία γνωστών Ελλήνων και ξένων οικονομολόγων υπογραμμίζουν τις καταστρεπτικές συνέπειες της εφαρμογής του. Ωστόσο, η εκτέλεσή του  προχωρεί  ανενόχλητα, ωσάν να μην υπήρξαν ποτέ σχετικές δηλώσεις για την επικινδυνότητά του, και ωσάν να μην είναι ξεκάθαρες οι εγκληματικές του συνέπειες. Και όχι, μόνο, αλλά οι εκάστοτε αρμόδιοι για την εκτέλεσή του, προσπαθούν να υλοποιήσουν με ευλάβεια   την κάθε λεπτομέρεια του προγράμματος, παρότι αποκλείεται να μην αντιλαμβάνονται ότι έτσι βάζουν  τα καρφιά στο   φέρετρο της χώρας μας.  Στον μακάβριο αυτό χορό, φαίνεται ωσάν  κανείς από αυτούς από τους οποίους εξαρτάται η τύχη της χώρας μας, να μην άκουσε, να μη διάβασε και να μην κατάλαβε τις εκτεταμένες και εμπεριστατωμένες αναλύσεις ειδικών, σχετικά με το ελληνικό πρόγραμμα, το οποίο  εξαθλιώνει και δεν ανορθώνει την οικονομία.      Επειδή έτσι έχουν, ακριβώς, τα πράγματα στην Ελλάδα, γι' αυτό  δεν υπήρξε καμιάς μορφής αντίδραση, όταν  ο Γιάνης Βαρουφάκης, υπουργός τότε Οικονομικών της Ελλάδας είπε στην κυρία  Christine Lagarde: "μα, με αυτό το πρόγραμμα η χώρα καταστρέφεται" και εκείνη απάντησε: "το γνωρίζουμε, αλλά έχουμε πάει τόσο μακριά, ώστε να μην είναι πια δυνατή η επιστροφή". Που μεταφράζεται: "ας χαθεί η Ελλάδα και ο λαός της, φθάνει να μην αναγνωρίσουμε το λάθος μας".  Πως, λοιπόν, να δικαιολογήσει κανείς τη στάση κυβέρνησης και αντιπολίτευσης, που όχι μόνο υπηρετούν πιστά και απαρέγκλιτα ένα τέτοιο άθλιο πρόγραμμα, αλλά και συχνά αλληλοκατηγορούνται για το ποιος δεν το εφαρμόζει αρκετά πιστά, αλλά και διαπιστώνουν  δήθεν βελτιώσεις, στην πορεία της ελληνικής οικονομίας, αλλά και ανυπομονούν να βγούμε στο δήθεν παράδεισο των αγορών, όπου θα πληρώνουμε πολύ ακριβότερα από όσο τα τελευταία χρόνια, τα δάνειά μας, και όπου στο εσωτερικό θα συνεχιστεί χωρίς μεταβολή η ίδια αυτοκτονική κατάσταση. Δύο κόσμοι: ο εικονικός και ο πραγματικός.
3. Μεγάλο τμήμα του ελληνικού λαού αναμένει για ακόμη μια φορά, με τις ίδιες φρούδες ελπίδες, όπως και στις προηγούμενες κυβερνητικές αλλαγές των τελευταίων ετών, την προσεχή μεταβολή του πολιτικού σκηνικού. Λογική, από πολλές απόψεις, η ψευδαίσθηση αυτή των αναμονών,  εφόσον τα επιτεύγματα της  κάθε κυβέρνηση των τελευταίων ετών είναι τόσο οικτρά, ώστε να αναζητείται ελπίδα ακόμη και εκεί  που δεν υπάρχει. Ωστόσο, και μπορώ να είμαι κατηγορηματική στη δήλωση αυτή, καμία μνημονιακή κυβέρνηση δεν είναι δυνατόν να είναι καλύτερη από την προηγούμενη. Αν αυτή η πολύ απλή, αλλά φευ απόλυτα ορθή διαπίστωση συνειδοτοποιηθεί, τότε και μόνο τότε θα έχουμε πρόσβαση στην ελπίδα. Κρίνω, ακόμη,  περιττό να επιμείνω στο γεγονός ότι ουδεμία σημασία έχει η ετικέτα κάτω από την οποία επιλέγει να εμφανίζεται η κάθε ελληνική κυβέρνηση των τελευταίων ετών, δηλαδή  "αριστερή", "κεντρώα" ή "δεξιά", από τη στιγμή που δηλώνει υποταγή στα ευρωπαϊκά προγράμματα.
        Και, με την ευκαιρία,  να αναφερθώ πολύ σύντομα, στο τι μπορεί να αναμένει ο ελληνικός λαός από την προσεχή κυβέρνηση. Αυτή, ceteris paribus, θα ολοκληρώσει τον οικονομικό κύκλο θανάτου ως εξής: η νυν κυβέρνηση, προσπάθησε να ανταποκριθεί στις εγκληματικές απαιτήσεις της τρόικας με παράλογες αυξήσεις φόρων (έχουμε την  πρωτιά να έχουμε το χειρότερο  φορολογικό σύστημα στην Ευρώπη). Αλλά, η πηγή αυτή έφθασε στα όρια της και στέρεψε. Θα πρέπει συνεπώς να εξασφαλιστεί άλλο μέσο απομύζησης των εισοδημάτων των Ελλήνων, και αυτό θα είναι το έργο της επόμενης κυβέρνησης; Αυτή, με τη δικαιολογία ότι παραμένει πιστή   στις ιδεοληψίες της, περί της δήθεν ανάγκης περιορισμού του μεγέθους του δημόσιου τομέα (και να τονίσω εδώ ότι ο ελληνικός δημόσιος τομέας, σε πείσμα των ανεύθυνων αντίθετων διαβεβαιώσεων, είναι από τους μικρότερους, ανάμεσα στις χώρες της ΕΕ), θα προβεί σε μαζικές απολύσεις δημοσίων υπαλλήλων, επιβαρύνοντας απαράδεκτα την ήδη πρωτοφανούς ύψους ελληνική ανεργία, και έτσι θα "εξοικονομήσει", εντός εισαγωγικών, τα υπέρογκα ποσά που απαιτούν οι εταίροι  μας. Τα δημόσια νοσοκομεία, η δημόσια εκπαίδευση και η δημόσια διοίκηση θα εξαθλιωθούν, αν είναι δυνατόν, ακόμη περισσότερο από όσο είναι τώρα. Παράλληλα, θα μειωθούν, σύμφωνα με το σχέδιο που εξάγγειλε η ΝΔ, οι φόροι, γιατί έτσι κατά την κρίση της (πρόκειται για μια επιπλέον ψευδαίσθηση), θα ενθαρρυνθούν δήθεν οι ιδιωτικές επενδύσεις. Παρόμοιες ουτοπίες αγνοούν, προφανώς, το γενικευμένο παγκόσμιο οικονομικό πρόβλημα, με βάση το οποίο υπάρχει υπεραφθονία αποταμίευσης, η οποία αδυνατεί να απορροφηθεί από την επένδυση, βυθίζοντας τις προηγμένες οικονομίες σε μόνιμη στασιμότητα. Φυσικά, για την ελληνική οικονομία, που στενάζει κάτω από το βάρος αλλοπρόσαλλων φόρων, η μείωσή τους θα είναι περισσότερο από επιθυμητή. Ωστόσο, αυτή η μείωση κινδυνεύει σοβαρά να αυξήσει ακόμη περισσότερο τις ήδη κορυφούμενες ανισότητες κατανομής, επειδή προβλέπεται να περιορίσει το φορολογικό βάρος των υψηλών εισοδημάτων, και ακόμη επειδή θα αποδεκατιστεί το κράτος πρόνοιας, εξέλιξη που θα επιδεινώσει ακόμη περισσότερο την ήδη οικτρή  θέση  των φτωχότερων.
4. Τέταρτη μορφή ψευδαισθήσεων-ουτοπιών κλπ. είναι η παραδοχή της δήθεν βελτίωσης της ελληνικής οικονομίας, που δήθεν διαπιστώνεται ότι δρομολογεί έναρξη ανάπτυξης. Εξυπακούεται, ότι αναμονή και αναγνώριση βελτιώσεων στην ελληνική οικονομία, προϋποθέτει ότι τα μνημονιακά προγράμματα ήταν επιτυχή, ότι εφαρμόστηκαν ικανοποιητικά και  χάρη σε αυτά  έχουμε δήθεν φθάσει στο τέλος των δεινών μας!!!!  Παρότι, όλοι γνωρίζουμε ή τελοσπάντων  πρέπει να γνωρίζουμε ότι πρόκειται για άθλια προγράμματα, που επιβάλλουν μεταρρυθμίσεις που δεν είναι μεταρρυθμίσεις, και που σε καμιά περίπτωση δεν είναι σε θέση να καταλήξουν σε θετικά αποτελέσματα. Η ουτοπία, της ουτοπίας, ω ουτοπία!
        Να αρχίσουμε, λοιπόν, με τη δήθεν πτώση του ποσοστού ανεργίας, το οποίο διαφημίζεται πολύ. Διερωτάται, ειλικρινά, κανείς, που τη βλέπουν αυτή τη μείωση και, μάλιστα, υπερηφανεύονται για αυτήν, όταν:
*χιλιάδες νέοι εγκαταλείπουν την Ελλάδα, αναζητώντας καλύτερη τύχη εκτός των συνόρων της πατρίδας τους, μειώνοντας  έτσι τον ενεργό πληθυσμό,
*οι μακροχρόνιοι άνεργοι, πάνω από έτος, που κυριαρχούν στην ελληνική  ανεργία, απογοητεύονται και παύουν να αναζητούν απασχόληση
*αλλά ο σημαντικότερος λόγος, για τον οποίον το επιχείρημα μείωσης της ανεργίας είναι εντελώς αναξιόπιστο είναι το γεγονός ότι η αγορά εργασίας, στην Ελλάδα, έχει μετατραπεί σε ζούγκλα, όπου ακόμη και όσοι εργάζονται για 1-2 ώρες την εβδομάδα θεωρούνται απασχολούμενοι, ενώ η άτυπη, ανασφαλής και κακοπληρωμένη απασχόληση, καταγράφει ήδη στην Ελλάδα το εφιαλτικό ποσοστό του 66% στη συνολική απασχόληση. Αλλά, όμως, οι κυβερνητικοί πανηγυρίζουν για τη μείωση της ανεργίας! Τι να πει κανείς, δεν υπάρχουν λόγια.
5. Η σημαντικότερη, φυσικά, ουτοπία σχεδόν από την πρώτη στιγμή της ελληνικής κρίσης, είναι η πίστη ότι, με τα μνημόνια, με τα capital controls και με το δανειζόμενο με σταγονόμετρο ευρώ, μπορεί να  είναι σοβαρή η οποιαδήποτε συζήτηση και αναμονή ανάπτυξης. Αλλά, από πού, άραγε, αναμένεται  να έρθει αυτή η τόσο επιθυμητή ανάπτυξη; Από την υποχρέωση της Ελλάδας να εξασφαλίζει ως και το 2022 πρωτογενή πλεονάσματα, ύψους 3.5% του ΑΕΠ της,  και στη συνέχεια  2%; Από τα εισοδήματα όλων των μορφών,  που έχουν καταρρακωθεί και αδυνατούν να διατηρήσουν μια  στοιχειώδους ύψους ζήτηση για κατανάλωση; Από ζήτηση για επένδυση, που είναι αδύνατον να υλοποιηθεί με αποταμίευση αρνητική, που σταθερά καταγράφεται τα τελευταία χρόνια; Από τα κέρδη, που έστω και όταν εξασφαλίζονται,  αυτά ή παίρνουν το δρόμο των φορολογικών παράδεισων ή  εξαφανίζονται  μέσα στους παρανοϊκούς φόρους; Υπάρχουν βέβαια και οι ξένες επενδύσεις, που αποτελούν τα όνειρα θερινής νυκτός της εκάστοτε κυβέρνησης και της εκάστοτε αντιπολίτευσης. Γιατί, ποιος σοβαρός επενδυτής θα έρθει να επενδύσει στον κρανίου τόπου της Ελλάδας, αν δεν είναι για να την λεηλατήσει; Να της αρπάξει για ένα τίποτε, ότι της χάρισαν οι Θεοί και η εργασία προηγούμενων γενεών;
        Είναι, ασφαλώς, γεγονός ότι η θριαμβολογία της κυβέρνησης για την οικονομία, που δήθεν πάει καλά, βασίζεται σε κάποιους οικονομικούς δείκτες που καταγράφουν εντελώς οριακά και πολύ κοντά στην πιθανότητα στατιστικού λάθους, κάποια δυσδιάκριτη με γυμνό οφθαλμό θετική εξέλιξη, η οποία συνοδεύεται και από κάποια αναιμική βελτίωση του οικονομικού κλίματος. Μόνο, που αυτό το χλωμό αποτέλεσμα, ουδεμία σχέση έχει με τυχόν κατορθώματα της κυβέρνησης ή με επιτυχία των μνημονίων. Αντιθέτως είναι η συνέπεια  της ανόδου του τουρισμού, ο οποίος, σε πείσμα των φόρων που του έφεραν σοβαρό πλήγμα, επωφελήθηκε από την ανωμαλία στην Τουρκία και στη Μ. Ανατολή. Να ξέρουμε, τουλάχιστον, περί τίνος ομιλούμε!
        Και, οπωσδήποτε, για να μιλήσουμε για ανάπτυξη, ικανή να βγάλει την Ελλάδα από το αδιέξοδο απαιτείται ετήσιος ρυθμός της τουλάχιστον ίσος με 3,5%, και συνεχής για 15-20 χρόνια. Που είναι δυνατόν να επιτευχθεί, αλλά πάντως  εκτός μνημονίων και εκτός ευρώ. Γιατί, όταν το 3,5% της αύξησης του ΑΕΠ, θα πρέπει να πηγαίνει στους δανειστές, και αργότερα το 2%,  τι υπέρογκος και απραγματοποίητος ρυθμός προόδου πρέπει να πραγματοποιηθεί, για να υπάρξει βελτίωση στην ελληνική οικονομία;
6. Παράλληλα με την αναμονή της ανάπτυξης, που δεν ερχόταν όλα αυτά τα χρόνια, υπήρχε και μια εξωτερικής προέλευσης ουτοπία, που σε πείσμα όλων των αντίθετων ενδείξεων, εξακολούθησε απτόητη να παραμυθιάζει τον ελληνικό λαό. Πρόκειται για τη δήθεν  βεβαιότητα περί της ελάφρυνσης του χρέους, η οποία χρησιμοποιήθηκε ευρέως ως άλλοθι, πριν από κάθε αξιολόγηση. Να κάνουμε, δηλαδή, αποδεκτά όλα τα αιματηρά μέτρα που απαιτούσαν από μας οι εταίροι μας, μια και αμέσως στη συνέχεια το χρέος μας θα αποδεκατίζονταν. Οι κυβερνητικοί μας βαυκαλίζονταν με ανύπαρκτες διαβεβαιώσεις των εταίρων μας,  ενόσω οι ίδιοι   δήλωναν σταθερά ότι απέκλειαν την όποιας μορφής ελάφρυνση χρέους, επειδή δεν θα ήταν δυνατόν να δικαιολογηθεί, κυρίως, στο γερμανικό λαό. Και τούτο βέβαια επειδή ο γερμανικός λαός, και όχι μόνο, μένει με τη βεβαιότητα ότι τα δάνεια χρησιμοποιούνται για την καλοπέραση του ελληνικού λαού, παρότι είναι γνωστό ότι, ούτε καν εισέρχονται σε ελληνικό έδαφος. Το σχετικό αφήγημα περί δήθεν ελάφρυνσης του χρέους επικεντρώθηκε στις γερμανικές εκλογές, με τη διευκρίνιση ότι μετά από αυτές  δεν θα υπήρχε δήθεν πρόβλημα για την  υλοποίησή της.
        Και ναι μεν οι γερμανικές και οι γαλλικές εκλογές  περατώθηκαν, αλλά  στο μεταξύ εμείς έχουμε εισέλθει  σε εντελώς αχαρτογράφητα  νερά.  Γι' αυτό, και  όλα τα προηγούμενα αφηγήματα  χρειάστηκε, εσπευσμένα, να εγκαταλειφθούν και να παραχωρήσουν  τη θέση τους σε μια δήθεν θαυματουργή έξοδο στις αγορές, που δήθεν θα μας απαλλάξει από τα μνημόνια. Δυστυχώς, η θέση της Ελλάδας έγινε δυσμενέστερη, μετά τις δύο τελευταίες ευρωπαϊκές εκλογές, και κανένας φτιαχτός ενθουσιασμός δεν μπορεί να διασκεδάσει τη ζοφερή μας κατάσταση. Ο Emmanuel Macron,   στην πρόσφατη επίσκεψή του  στην Ελλάδα, ουδέν  υποσχέθηκε, αλλά αντιθέτως επανέλαβε το γνωστό refrain  του πρ. Γερμανού υπουργού Οικονομικών, περί της ανάγκης διενέργειας μεταρρυθμίσεων, χωρίς και να διακινδυνεύσει τον προσδιορισμό του είδους αυτών των μεταρρυθμίσεων.  Οπωσδήποτε, έστω και αν ο κ. Macron ήθελε πραγματικά να βοηθήσει την Ελλάδα,  μετά τις γερμανικές εκλογές,  οι δρόμοι είχαν κλείσει. Και, θα έλεγα ότι ίσως είναι καλύτερα έτσι, για να πάψουμε επιτέλους να υφιστάμεθα  αυτήν την αναξιοπρεπή διελκυστίνδα, της συνεχούς αναζήτησης έξωθεν λύσεων, να ζητούμε ουσιαστικά ελεημοσύνες, όταν είναι ξεκάθαρο ότι  η μοναδική λύση μας ήταν και είναι η ταχύρρυθμη ανάπτυξη, που να το υπογραμμίσω γι' άλλη μια φορά,  είναι αδύνατη αν παραμείνουμε στο ευρώ. Πράγματι, δεν υπάρχει οικονομία στην υφήλιο που να μπόρεσε να αναπτυχθεί με δανεικό νόμισμα, με συνεχή στραγγαλιστική λιτότητα, με ξεπούλημα της περιουσίας της και με αφαίμαξη κάθε αναπτυξιακής της ρανίδας. Το χρέος μας, αν κάποτε πληρωθεί, θα πληρωθεί μέσα από ανάπτυξη και σε βάθος χρόνου. Αλλοιώς, και να το κατανοήσουμε, θα είμαστε για δεκαετίες η πρώτη  αποικία της ΕΕ, η εξαθλίωση θα εξακολουθήσει μέχρι του σημείου που ο μέσος μισθός και η μέση σύνταξη δεν θα ξεπερνά τα 250-300Ευρώ, το κράτος πρόνοιας θα εξαφανιστεί και ο κόσμος θα πεθαίνει από συνάχι ή σκωλικοειδήτη, στα ιδιωτικά πανεπιστήμια θα μπορούν να φοιτούν μόνο οι πλούσιοι, και ο πληθυσμός θα δουλοποιηθεί.
        Τα δάνεια, οι αξιολογήσεις, η παντελής εξάρτηση της οικονομικής μας πολιτικής από τους εταίρους μας,  έχει αποκοιμίσει τον ελληνικό λαό, τον έχει πείσει ότι δεν είναι ικανός για τίποτε, και έχει εισέλθει στην πιο επικίνδυνη δυνατή φάση της αποδοχής αυτής της κατάστασης ως   πεπρωμένο.
        Η μόνη οδός για να μπορούμε να ελπίζουμε, πέρα από ουτοπίες και μυθεύματα, είναι η ρήξη. Ασφαλώς, κάθε ρήξη έχει τους κινδύνους της, τους γνωρίζω  καλύτερα από τον καθένα. Αλλά όμως οι κίνδυνοι περιέχουν και ελπίδα, η ρήξη απαιτεί στη συνέχεια δικούς μας αγώνες επιβίωσης και όχι τη συνέχιση της αδράνειας και  της αναμονής του μάνα από τους εταίρους μας, που δεν είχαν και δεν έχουν πρόθεση να μας βοηθήσουν, αλλά απλώς να υπηρετήσουν τα δικά τους συμφέροντα.  Ο κίνδυνος ελλοχεύει από την μία πλευρά, ενώ από την άλλη η εξαφάνισή μας. Διαλέγουμε και παίρνουμε, αλλά οι αποφάσεις μας δεν πρέπει πια να εξαρτώνται από ουτοπίες και ψευδαισθήσεις. Η ενωμένη Ευρώπη, ως ιδέα ήταν υπέροχη. Νανούρισε τα φοιτητικά μου χρόνια με θαυμάσιες προοπτικές. Δεν ήταν, όμως η Ευρώπη που κατάστρεψε τη μικρή Ελλάδα, για να σώσει τις γαλλικές και γερμανικές τράπεζες. Δεν ήταν η Ευρώπη, που εν ψυχρώ καταπατεί αποτελέσματα δημοψηφισμάτων, όταν δεν της αρέσουν, ούτε η Ευρώπη που παρεμβαίνει στα εσωτερικά χωρών, επιβάλλοντας πρωθυπουργούς και υπουργούς της επιλογής της. Δεν ήταν, τέλος,  η Ευρώπη, που έκανε ότι περνούσε και δεν περνούσε από το χέρι της, για να αποτρέψει το BREXIT, αλλά ούτε και η Ευρώπη που έδειξε ένα, πραγματικά, τρομακτικό πρόσωπο στην Καταλονία. Ήταν μια άλλη Ευρώπη, την οποία δεν έχω πάψει να αγαπώ, και για την ανόρθωση της οποίας, πιστεύω, ότι αξίζει κάθε θυσία.
        Η Ελλάδα έχει ανάγκη από μια μη μνημονιακή κυβέρνηση, που να απαρτίζεται από μέλη που πιστεύουν στις δυνατότητες της, και που θα είναι ικανή να περιορίσει τις δυσκολίες της χώρας κατά το  μεταβατικό στάδιο προς το εθνικό νόμισμα. Μια τέτοια κυβέρνηση δεν είναι προς το παρόν ορατή. Ελπίζω να είναι σύντομα.
        Το βιβλίο που κρατάτε ή θα κρατήσετε στα χέρια σας είναι πολύτιμο,  επειδή αποστασιοποιείται από ουτοπίες και ψευδαισθήσεις και υποδεικνύει τον μοναδικό δρόμο σωτηρίας μας: την επιστροφή στις ρίζες μας.







       


Lexical material in the development of oil and gas terminology 1Smagulova Aigerim Sovetkhanovna, candidate of philological sciences, associate professor of diplomatic translations department of the international relations faculty. KazNU named after al-Farabi, Almaty, Kazakhstan.

A year ago  in this same site we  published an interesting article by  Mukhametkaliyeva Gulnar Oskuskanovna and others. We just received a second one by her and others ,equally interesting, and we publish it being certain that, as it concern oil and gaz, in which Kazakhstan is rich, it will interest lot of people 
Maria Negreponti-Delivanis


former Rector and Professor at the University of Macedonis (Greece)

============================================

Lexical material in the development of oil and gas  terminology

1Smagulova Aigerim Sovetkhanovna,   candidate of philological sciences, associate professor of diplomatic translations department of the international relations faculty.
KazNU named after al-Farabi, Almaty, Kazakhstan.
Aigerim_0715@ mail.ru
2Mukhametkaliyeva Gulnar Oskuskanovna candidate of   philological sciences,   professor of diplomatic translations department of the international relations faculty.
KazNU named after al-Farabi, Almaty, Kazakhstan.


Abstract

The article describes the similarity and kinship of oil and gas terminology. At present, the scientific interest in terminology is growing, which helps to identify various types of neologisms in the formation of new oil and gas terms. When classifying the main methods of term formation, borrowings from English, Russian, Arabic and other languages. The study of foreign elements in the terminological vocabulary of the Kazakh language is of interest not so much for determining the process of contacting the Kazakh language with the languages ​​mentioned above, but for clarifying the material basis of borrowed words.
   
Keywords: Lexography, term, terminology, oil and gas industry and applied terminology


I Introduction

  In connection with global changes in the economy of sovereign Kazakhstan, in particular with the successful development of the oil and gas sector in which international companies take an enormous part, in this area of ​​communication, many new terms have appeared in the Kazakh language. This necessitated their ordering, classification, and therefore, careful research from a linguistic point of view.
The development of Kazakh branch terminology is characterized by the stage of standardization and normalization. To achieve optimal results, materials and dictionaries reflecting the current trends in languages ​​are needed. At the same time, it should be noted that the special and technical terminology system in the Kazakh language is at the stage of formation and requires a scientifically based approach to the development of industry terminology. The problem of the formation of the Kazakh terminology system in the oil and gas sphere is of particular relevance in connection with the role and place of Kazakhstan in the world oil industry.
   As you know, oil occupies a leading place in the world fuel and energy economy, being the most important source of energy. The share of this raw material in the total consumption of energy resources is continuously growing. The oil and gas industry is connected with most of the interstate relations carried out with the involvement of translators. In addition, hundreds of thousands of people work in this sphere, providing legal, financial, marketing and many other services to the main production. Over the past years, significant and fundamentally important changes have taken place in the field of petro chemistry, oil production and refining, which has contributed to the expansion of the lexico - terminological material. Understanding the peculiarities of special vocabulary raises the quality of the entire service block, shortens the time to find the optimal solution in a dynamic market.
    The modern level of development of science and technology is characterized by an enormous amount of information. Even a popular presentation of the latest scientific and technological achievements requires a modern man to have a fairly large amount of terminological vocabulary. Therefore, more and more attention is paid to the study of individual subsections in terminology. The oil industry is a rapidly developing the branch of the economy. Providing transportation with fuel is an urgent problem for many countries. Drilling is one of the most important branches of the oil and gas production industry, on the level of development of which oil extraction depends to a large extent, especially in hard-to-reach areas of the globe. In the latest achievements of Kazakhstan's oil and gas industry and the formation of appropriate infrastructure in the region, the successful development of the oil and gas resources of the Caspian Basin of Western Kazakhstan largely depends on the operational use of domestic and foreign achievements by scientists, engineers, economists, oil workers in such areas as well drilling, oil production , the construction     of oil pipelines, etc.
   Terminology as a special branch in the structure of terminology has applied not been fully formed to date. The subject of applied terminology is the comparison of individual terms and their collections related to a certain area of ​​knowledge or activity. In addition, the dependence of the term on terminology and the thermo-system makes it possible to reveal regularities when comparing the content and formal structure of terms belonging to one national language, but belonging to different sets.
  The basic principles of selection of lexical material and terminology of oil and gas industry is described in this article. In view of the proposed principles of selection was made a brief glossary of the minimum dictionary «Petroleum Engineering".  The dictionary includes the terminological vocabulary and some lexical items related to general academic vocabulary. (Leichik V.M).
     Modern lexicography has significantly expanded and strengthened   with computer technologies for the creation and operation of dictionaries. Therefore, a new direction in linguistics - corpus lexicography - has been widely spread, which develops general principles for constructing linguistic corpus of data using modern computer technologies.
    Installation of the dictionary to ensure the success of communication, increasing the requirement for accuracy and completeness of the information contained in the dictionary articles on the possibility of using in various fields. Ideally, the dictionary should be an intermediary between theoretical linguistics and society. Successful realization of communicative goals in mastering the language presupposes the existence of such dictionaries that would allow the learner to determine not only the level of the desired communicative competence, but also the strategy of mastering the language, the volume of vocabulary.
    For the effectiveness of language training in the preparation of polyglot specialists in universities, it is necessary in the body of any lexicographic source that the vocabulary should be interesting, cognitive, grammatically filled, connected with the culture and customs of peoples, as the surrounding world is displayed in the mirror of terminological dictionaries.
(Alekseeva L.M. 2000:150).
Modern society requires the improvement of vocabulary. At the present time, the lexical and statistical processing of the source and target lexical material is carried out using computer technology, namely by introducing computers and dictionary construction, improving vocabulary techniques, conducting compulsory sociolinguistic and psycholinguistic studies to correct data from dictionary files.

From the point of view of the vocabulary, borrowing in different languages ​​has a differentiated effect. If in some languages ​​they did not exert such a significant influence on the vocabulary of the language, then in other languages, borrowing in different historical epochs had such a significant influence that even official words such as pronouns and prepositions borrowed from other languages ​​supplanted the original ones. Borrowing from 50 languages ​​of the world lexical units make up almost 70% of the vocabulary of English language includes layers of vocabulary borrowed in different historical epochs and under the influence of different - historical, geographical, social, economic, cultural, etc. - development conditions and the existence of English (Boldyrev N.N)
  As a result of the long historical interaction of languages, borrowing as a process and borrowing as a result of this process is of considerable interest. Consequently, this topic always remains important and relevant, there is enough material for both consideration and research. After all, a living language is a constantly developing phenomenon, permanent, bringing something new, excluding unnecessary, unnecessary in an active vocabulary. In the process of a long history of its development, the English language was perceived by a significant number of foreign words that penetrated the dictionary in one way or another. Among these words there are also service words, and derivational morphemes. (Fedorov A.V).
This circumstance is by no means negative, does not detract from the uniqueness of the English language, its word-forming ability. Moreover, in the applied aspect, this allows you to rely on borrowings from languages ​​belonging to one group with your native language when working with vocabulary and regional geographic material.    The origin of the terminology "oil and oil products" in English is associated with two words oil и petroleum. Lexeme oil First-of-its-kind origin was used to denote the concept «масло» и Only in the 16th century it was used to designate the concept of "oil." Lexeme petroleum, including the primordial European root -ol-, was the first name for the term "oil". Consequently, on the basis of lexicographical data, it can be argued that the acquaintance of the English with the phenomenon of "oil" occurred in the late 14th - early 15th centuries, when this concept was given the name  petroleum ─ «каменное масло». It is important to bear in mind that some English terms, similar in sounding to Russian terms, mean completely different concepts. For example, “benzene”  means in the English petrochemical literature is not gasoline at all, i.e. motor fuel, and benzene or oil with an admixture of benzene. The concept “benzene”  in the English petrochemical literature corresponds to the terms: “ petrol”, “ gasoline”.
          With the development of technology, the terminological fund is replenished. This replenishment is due to borrowing and the formation of new words. The development of English terminology is connected with historical events, including the Norman conquest, the rapid development of feudalism in England, the further growth of cities, the development of new crafts and economies. A great influence on the development of terminology in the new period was the era of the development of capitalist production relations in England. Industry and the development of technology caused a significant replenishment of the English language with a number of words related to the development of production in the country. Consider the origin of some termino compounds in the oil and gas industry in English.
  Termination conditioned petroleum product  derived from the verb condition и goes back to the Old French «condition», where it came from Latin (conditioned) with the meaning of "agreement, position." The meaning of "to have a certain state or nature" of the lexeme acquired in the 16th century, in the 19th century it was designated "to bring to the desired state".
  Kerosine ("Lighting kerosene") ─ the Greek word for "a mixture of liquid hydrocarbons, a commercial product obtained during the distillation of oil, is also produced from coal and bituminous shale, and is widely used as a lamp oil." At present, it is very important, as it is a fuel for internal combustion engines, especially for jet engines. It was first produced by Abraham Hesper in the 19th century and was often called «kerosene oil» ((kerosene oil). Well-known under the name petroleum, which indicates the crude oil from which kerosene is produced. Wordforms кerosine, кerosеne currently are the usual name for paraffin in most US states, Australia and New Zealand. In Britain, this variation is strictly limited in technical contexts.
Industrial oil. Words  industrial entered the English language at the end of the 16th century, originally borrowed from French as an independent entity from the Latin «industria + AL». In the 19th century appears as an adapted from the modern French «industriel». In meaning «in quality suitable for industrial use "the word was used in the 19th century.
Syneresis of petroleum product (синерезис нефтепродукта). words syneresis of Latin origin and has the meaning "spontaneous reduction of the volume of the gel, followed by separation of the liquid." It is used since the 19th century.
Thermal stability of petroleum product (термостойкость нефтепродукта). The first component, expressed by the word thermal, is borrowed from the French language (from the French thermal, which in turn goes back to the Greek  thermе ─ «тепло»). The meaning "related to heat, temperature" first appeared in the word in the 19th century. Volatility of petroleum product (volatility of oil) is formed from the Latin word "volatilities". The volatility component in modern language is used in the sense of "readiness for evaporation, the tendency to diffuse or diffuse in the atmosphere, especially at ordinary temperatures." The word first appeared in the 17th century in the sense of "quality, condition or property to change." The term arose in the 19th century. The term corrosion prevention grease (conservation grease) of Latin origin, originated in the 20th century. This group includes the formation of such terms as: corrosion prevention oil, corrosion preventive compound, corrosion preventive property of a petroleum product, corrosiveness of a petroleum product (corrosive property of a petroleum product) ). The above terms have a similar education. The term dropping point of petroleum product (the dropping point of oil) appeared in the 20th century. The carrier of the semantic component, expressed by the adjective dropping, was formed from the word drop (drop, drip, pour) of Old English origin. So, speaking of the borrowings in terminology, one should distinguish borrowings not only from one language to another, but also from the system to the system.     When creating a new term, the most important features for this concept are distinguished from all the characteristics. It was noted above that the terms are borrowed in the "finished form". Along with this, terms are also created with the help of word-building elements: prefixes and suffixes, typical for a particular area of ​​science and technology. Among the prefixes most often used in petrochemical terminology, one should note the negative prefixes "a", "ab" -acyclic - non-cyclic, "abnormal" - unusual.
       The prefixes "bi", "di" borrowed from Latin Greek mean "twice" (bicarbonate, dicarbonate-bicarbonate, diatom-diatomic). At the same time, preference is given to the prefix "di". The prefix "de" in Russian corresponds to the prefix "obez" - dehydration-dehydration.As for the suffixes, the most common are the following: "ane", "ine", "еne" - indicators that it is a matter of matter, not a process.The suffix "ane" is characteristic for saturated carbohydrates of the paraffin series with the structural formula CnH2n: ethylene-ethylene, propylene-propylene.  The suffix "ine" is characteristic for indeterminate carbohydrates of the series with the structural formula Cn H2n: ethylene-acetylene. In addition, the suffix "ine" and its variant "in" are typical for chemical elements: chlorine - chlorine, arsine-arsenic. In the chemical literature there are three homonymous suffixes "ol". One of them is derived from "alcohol" and is characteristic of terms denoting compounds containing hydroxyl groups "OH", i.e. for alcohols: glycerol-glycerin.
       The second suffix "ol" is derived from "phenol" and is transferred to substances belonging to a phenolic group, for example, cresol-cresol. The third suffix "ol" is derived from the Latin word "oleum" (we often find it in the form "olе"): furfurol-furfural. The suffix "yl", typical for chemical substances, is used to refer to chemical radicals. It forms the names of radicals consisting of two or more elements with different atoms. Most radicals are from carbon and hydrogen, for example ethyl, or from carbon, hydrogen and oxygen, for example acetyl acetyl.          The suffix "ate" in chemical terminology refers to salts formed by the action of acids on bases, for example, nitrate-nitrate.            Just like in the modern English literary language, in the scientific and technical literature the suffix "ize" is a productive verbal suffix. This suffix of Greek origin joins the foundations for the formation of the verb with the meaning of "lead into a state of pronounced basis" for example to polymerize - to polemize, to oxidize - to oxidize. (Latyshev L.K).
        The verb suffix is ​​also the suffix "fy" for example, to emulsify-emulsify, as well as the suffix "ate" to hydrogenate-hydrogenate. Sometimes the term is a complex noun consisting of two or more elements, often the second element contains a basic meaning, for example, benzope-roxide is benzene peroxide, a carbometer is a device for determining the carbon dioxide content. It should be noted that due to the great compatibility of the elements "benzo", "carbo" and the like, some compilers of dictionaries consider these elements as prefixes.  Often terms are phrases. Such terms - word combinations can be combinations of the type:1. Adjective + noun, for example "white spirit" - gasoline used as a solvent.2. "participle noun", for example, "stopping agent" - an inhaler;3. "noun + noun" for example "paraffin wax" - paraffin. When translating English petrochemical literature, it should be noted that the English terminology has a number of features:
1 The ambiguity of terms;"Oil" - 1) oil; 2) oil:"Carbon" 1) hydrocarbon; 2) coal; 3) graphite. Often the ambiguity of terms in translation does not pay enough attention, and this leads to a distortion of meaning. Sometimes the same term in the English and American special literature denotes different concepts. So the term "paraffin" in the English literature corresponds to the Russian term "kerosene". means liquid oil, and in the American - means solid paraffin.2. Synonymy of terms:"Petroleum spirit", "mineral spirit", "mineral turpentine", "white spirit" - gasoline used as a solvent;"Oil", "petroleum" - corresponds to the term "oil".    Undoubtedly, these examples are a source for the development of cognitive activity in practical classes in English. When the material is introduced into the countries of the studied language, it would be advisable to include this material as an auxiliary, expanding horizon and stimulating research activity of trainees. Thus, the analysis of the terms of the oil and gas industry of the English language showed that the formation of oil and gas industry systems in the language in question is closely connected with the development of industry, economy, politics, technology.


Conclusion
   In conclusion, it should be emphasized that national and international factors interact in the field of technical composite terms. Using as a building material, mainly the national language, its internal potential, the range of word-building morphemes and word-combinations, the creators of terms act according to the language laws. Words and phrases that arise during the development of terminological systems, when moving from the sphere of a common language to a specific scientific or branch terminological domain, enter into specific relations regulated by logical-conceptual relations. Along with the appearance of terms in a certain language, in addition to linguistic, there are external, intralinguistic, factors, which include the appearance of internationalisms. The most important component in the emergence and formation of a certain terminology system in the field of terminology, along with a spontaneous beginning, the conscious efforts to unify terminology in the national, international and international scales are decisive


  References   
1.         Akhmanova O.S. (1974) Teoriya slovoobrazovaniya i problema obucheniya M.- №5s. 36-47
2.         Alekseeva L.M. (2000) Teplovoe pokolenie kak osnova nauchnogo tvorchestva // Terminology.М.: Moscow Lyceum, Russkij filologicheskij slovar'.
3.         Alekseeva V.A. (1989) Nauchno-tekhnicheskaya informaciya i perevod -M. Vysshaya shkola 270  stranica
4.         Antipov G.A., Donskikh O.A., Marcovina I.IJ. (1989) Tekst kak kul'turnyj fenomen Birska
5.         Boldyrev N.N.(1999) Konceptual'nye struktury i lingvisticheskaya cennost' // Filologiya Kul'tura. Materialy mezhdunarodnoj konferencii 12-14 maya Tambov, 1999 stranica .62-69
6.         Fedorov A.V. (1953) Vvedenie v teoriyu perevoda yazykovyh problem M., .6 stranica-247
7.                      Fedorov A.V. (1953) Vvedenie v teoriyu perevoda lingvisticheskih zadach M., .6-1 stranica57
8.                      Kaufman S.I. .(1960) Some peculiarities of the style of American technical literature M stranica30-97
9.                      Latyshev L.K. (1981)- Kurs perevoda (ehkvivalentnost' perevoda i sposoby ego dostizheniya)М., 247 stranica
10.         Leichik V.M (1998). K opredeleniyu filosofskih osnov terminovedeniya. ─ M.,. ─ 258 stranica














































Πέμπτη, 2 Νοεμβρίου 2017

Ο ρομποτισμός και οι συνέπειές του στην απασχόληση Της Μαρίας Νεγρεπόντη-Δελιβάνη


Seminaire 9-10/11.2017


Ο ρομποτισμός και οι συνέπειές του στην απασχόληση
 Της Μαρίας Νεγρεπόντη-Δελιβάνη


Εισαγωγή
Η εισβολή των ρομπότ και της τεχνολογικής ευφυΐας προβλέπεται να αλλάξει ριζικά την καθημερινή μας  ζωή. Οι νέες τεχνολογίες, που σε αρκετές περιπτώσεις  εφαρμόζονται ήδη  σε αρκετά  μεγάλη κλίμακα, φέρνουν επαναστατικές ανατροπές, σε όλα τα επίπεδα. Η βασική δυσκολία στο θεωρητικό επίπεδο είναι η αδυναμία της  κυρίαρχης οικονομικής θεωρίας να ερμηνεύσει τον τρόπο λειτουργίας τους. Θα μπορούσε να υποστηριχθεί  ότι το αρχικό μεταβιομηχανικό στάδιο έφθασε στο τέλος του, και ένα νέο στάδιο καπιταλιστικής ανάπτυξης ανατέλλει, μέσα από το παλιό, στο διεθνές οικονομικό προσκήνιο, που είναι αυτό του αυτοματισμού. Το αγωνιώδες ερώτημα που εύλογα τίθεται, εδώ, είναι το αν αυτές οι εγκάρσιες μεταβολές  θα είναι προς το καλύτερο ή προς το χειρότερο. Η εύκολη και γρήγορη απάντηση θα ήταν, ότι θα φέρουν  το καλύτερο, δεδομένου ότι οι νέες αυτές τεχνολογίες προβλέπεται ότι θα απαλλάξουν τον άνθρωπο, σε σημαντικό βαθμό, από  ρουτίνα και βαριά εργασία. Θα μπορεί, έτσι, το ανθρώπινο γένος, να απελευθερώσει χρόνο για την ενασχόλησή του με ότι περισσότερο προτιμά, και δεν μπορούσε μέχρι τώρα να απολαύσει.
          Είναι, όμως, ξεκάθαρο ότι η απάντηση αυτή βλέπει τα ρομπότ ως συνεργάτες του ανθρώπου και όχι ως υποκατάστατά του. Είναι, ωστόσο ορατός και ίσως ήδη παρών ο κίνδυνος, ότι ένα μεγάλο τμήμα των δραστηριοτήτων των νέων τεχνολογιών, το οποίο επιπλέον θα ανέρχεται με την πάροδο του χρόνου,  δεν θα συνεργάζεται απλώς με τον άνθρωπο, αλλά θα τον υποκαθιστά και φευ θα τον απειλεί. Γι' αυτό φαίνεται, δυστυχώς, ότι  οι αισιόδοξες σχετικές προβλέψεις δεν ανταποκρίνονται στα πράγματα.  Και, αντιθέτως, τα όσα ήδη συμβαίνουν, αλλά και τα όσα με σιγουριά προβλέπονται στο χώρο αυτό,  δίνουν  δίκαιο στους απαισιόδοξους. Η μεγάλη απειλή του αυτοματισμού, για τις ανθρώπινες  κοινωνίες είναι η δημιουργία  ανεξέλεγκτης τεχνολογικής ανεργίας, που θα συνοδεύεται και από επιδείνωση της ήδη δυσθεώρητης ανισότητας κατανομής εισοδήματος και πλούτου
          Στις δύο παραγράφους, που ακολουθούν, θα αναφερθώ πρώτον στις απειλές  του αυτοματισμού, αλλά και της τεχνητής νοημοσύνης, που φαίνεται να είναι νομοτελειακές, ενώ στη δεύτερη παράγραφο, θα προτείνω τη λύση, που από καιρό υποστηρίζω, για το πρόβλημα της ανεργίας, αλλά και για το πρόβλημα των κορυφούμενων ανισοτήτων, που δυστυχώς έχουν εγκατασταθεί ως μόνιμη πια κατάσταση, στην παγκόσμια οικονομία, ακόμη  και πριν  ο αυτοματισμός να αποκτήσει τις τωρινές  απειλητικές του διαστάσεις. Στο τέλος θα εξαχθούν τα γενικά συμπεράσματα.

           
Ι. Το περιεχόμενο και οι επιπτώσεις των νέων τεχνολογιών  

Α.  Οι βασικές θεωρητικές δυσκολίες των νέων τεχνολογιών
Από τους κόλπους του μεταβιομηχανικού σταδίου ξεπηδά  ένα νεότερο στάδιο ανάπτυξης, το ρομποτικό, που από όσο μπορεί να προβλεφθεί θα επιτείνει ακόμη περισσότερο  το  οικονομικό χάος, στις σύγχρονες οικονομίες.
α) Η μέτρηση της παραγωγικότητας εργασίας και κεφαλαίου
 Ένα σημαντικό και άλυτο προς το παρόν πρόβλημα είναι η αδυναμία μέτρησης της παραγωγικότητας των δύο βασικών συντελεστών παραγωγής, της εργασίας και του κεφαλαίου. Και τούτο, επειδή στο νέο αυτό στάδιο  καπιταλιστικής εξέλιξης, υποχωρεί η σημασία και των δύο βασικών συντελεστών παραγωγής, της εργασίας και του κεφαλαίου, και κάνει την εμφάνισή του ένας τρίτος αν μπορεί έτσι να υποστηριχθεί, συντελεστής παραγωγής, ή και τέταρτος, αν ληφθεί υπόψη και το έδαφος. Ο νέος αυτός συντελεστής παραγωγής είναι ο αυτοματισμός, που ενσαρκώνει  την εντελώς τελευταία μορφή νεωτερισμού,  και που υπόσχεται  σημαντικά κέρδη, στο μέλλον. Τα κέρδη αυτά δεν προβλέπεται πια  ότι θα ευνοήσουν  το κεφάλαιο, με την κλασική του μορφή,  αλλά   ούτε και  την εργασία, δηλαδή τους δύο παραδοσιακούς συντελεστές παραγωγής.  Αντιθέτως,  μια ολιγομελής ομάδα, με νέες ιδέες, η οποία  προβαίνει σε νεωτερισμούς και δημιουργεί νέα προϊόντα, νέες υπηρεσίες και νέα επιχειρησιακά πρότυπα προβάλλει και επιβάλλεται ως δικαιούχος αυτών των σημαντικών κερδών. Ο τρόπος κατανομής,  που έτσι διαγράφεται για το μέλλον είναι αυτό της γνωστής καμπύλης του Pareto, στην οποία μικρός αριθμός παικτών καρπούται ένα δυσαναλόγως μεγάλο τμήμα των κερδών ([1]). Ο νέος αυτός συντελεστής,  είναι οι καινοτόμες ιδέες, οι οποίες είναι σπανιότερες  και από την εργασία, αλλά  και  από το παραδοσιακό κεφάλαιο, από τους δύο δηλαδή παραδοσιακούς συντελεστές, τους οποίους σταδιακά υποκαθιστά,  και έτσι δικαιολογείται το υψηλό μερίδιό του στη συνολική παραγωγικότητα. Ωστόσο, τελικά, και οι καινοτόμες ιδέες μπορούν να εκληφθούν  ως μορφή ιδιαίτερου  κεφαλαίου,  του οποίου η αυξημένη αμοιβή θα περιορίζει συνεχώς το μερίδιο της εργασίας στο ΑΕΠ.
β) Η μέτρηση της συνολικής παραγωγικότητας
        Δυσκολίες όμως ανακύπτουν, όχι απλώς και μόνο ως προς τον υπολογισμό της παραγωγικότητας των δύο, επί μέρους, βασικών παραδοσιακών συντελεστών παραγωγής, αλλά και ως προς την εκτίμηση της συνολικής παραγωγικότητας, στο νέο αυτό εξελικτικό στάδιο, καθώς δείχνει να μην υπάρχει και έτσι να ενθαρρύνει επιχειρήματα, σχετικά με την είσοδο των προηγμένων οικονομιών στη φάση της μόνιμης υπανάπτυξης ([2]).
     Αποδεικνύονται ορθές οι προβλέψεις του   M. Kalecki ([3],) σύμφωνα με τις οποίες, σε αντίθεση με τη  δεύτερη  βιομηχανική επανάσταση, που  συνδυάστηκε με δικαιότερη κατανομή του εισοδήματος, απαραίτητη ασφαλώς για την απορρόφηση της μαζικής της παραγωγής, το τρίτο στάδιο της καπιταλιστικής διαδικασίας έφερε  ανεργία και φτώχεια στην ανθρωπότητα. Πριν λίγα χρόνια γινόταν λόγος για κοινωνία των 2/3, και η  υγιής αντίδραση ήταν ότι   θα έπρεπε να αποφευχθεί με κάθε τρόπο. Η κοινωνία, όμως, που τώρα αναμένεται,  κινδυνεύει να είναι  του 1/10. Μια κόλαση,  δηλαδή, για τους πολλούς.
Η δυσκολία μέτρησης της  συνολικής παραγωγικότητας, που προκύπτει από τη νέα αυτή μορφή τεχνικής προόδου οφείλεται στο ότι αφορά ποιοτικά και όχι πια ποσοτικά δεδομένα. Κατά τον Robert Gordon ([4]), οι καινοτομίες του παρόντος αναπτυξιακού σταδίου δεν μπορούν να συγκριθούν με τα φαντασμαγορικά αποτελέσματα της περιόδου 1870-1970, που έφεραν πραγματική επανάσταση στον τρόπο λειτουργίας της παγκόσμιας οικονομίας, και που κατ' αυτόν δεν είναι δυνατόν να επαναληφθούν. Αντιθέτως, η παρούσα τεχνική πρόοδος  έχει  ως αποτέλεσμα την πτώση της μέσης ωριαίας παραγωγικότητας της εργασίας, στις ΗΠΑ, κατά 1.33% μετά το 1970.  Τα μέτρια αυτά αποτελέσματα αποδίδονται από τον Robert Gordon  στη γήρανση του πληθυσμού, στην άνοδο των ανισοτήτων, στη στασιμότητα της εκπαίδευσης και στο  ανερχόμενο χρέος. Κατά τον Robert Gordon, η παρούσα γενιά στις ΗΠΑ (και όχι μόνον αφού οι τάσεις είναι  περίπου προς την ίδια κατεύθυνση στο σύνολο των προηγμένων οικονομιών) θα είναι η πρώτη που δεν θα ξεπεράσει το βιοτικό επίπεδο των γονιών της. Την απαισιοδοξία του R. Gordon για το μέλλον της οικονομίας συμμερίζεται και ο Robert Solow με τη δήλωσή  του, που επικράτησε   ως το παράδοξο του Solow:" “Βλέπει κανείς παντού υπολογιστές, αλλά η παραγωγικότητα τους  δεν φαίνεται στα στατιστικά δεδομένα ”([5]). Ασφαλώς, τα κινητά τηλέφωνα, το ίντερνετ, η πτώση της τιμής των υπολογιστών κλπ., είναι προς όφελος των καταναλωτών, αλλά δεν αυξάνουν το ΑΕΠ. Αυτό το παράδοξο του Solow έγινε το επίκεντρο  πολυάριθμων προσπαθειών ερμηνείας για το τι  μπορεί να συμβαίνει με το στάδιο της πληροφορικής, και  πως εξηγείται το ότι  καταλήγει σε χαμηλή παραγωγικότητα.
          

Β. Οι συνέπειες στην απασχόληση
Υπάρχουν οι αισιόδοξοι και οι απαισιόδοξοι, σχετικά με τις συνέπειες των νέων τεχνολογιών, αναφορικά με την  απασχόληση και με τον τρόπο κατανομής του εισοδήματος και του πλούτου. Και οι δύο αυτές κατηγορίες συμφωνούν:
- πρώτον ότι η μορφή της πλήρους απασχόλησης ανήκει οριστικά στο παρελθόν, καθώς η σύγχρονη παραγωγική διαδικασία απαιτεί μικρότερη ποσότητα και των δύο συντελεστών για την παραγωγή μιας μονάδας προϊόντος, και
-δεύτερον ότι, ήδη, η παγκοσμιοποίηση δημιούργησε κατάσταση, κατά την οποία, λίγοι είναι οι νικητές και πολυάριθμοι οι ηττημένοι.
        Θα υποστηρίξω εδώ ότι η διαφορά αισιόδοξων και απαισιόδοξων  αναφέρεται κυρίως στο χρονικό διάστημα, μέσα στο οποίο οι πρώτοι και οι δεύτεροι τοποθετούνται.  

α) Η  αισιόδοξη εκδοχή
 Οι επιστήμονες, που ανήκουν στην κατηγορία των αισιόδοξων, (θα ήταν  ορθότερο να χαρακτηριστούν ως λιγότερο απαισιόδοξοι), υποστηρίζουν   ότι τα μεγάλα προβλήματα για τους εργαζόμενους  δεν θα είναι άμεσα για τα επόμενα δέκα χρόνια.  Ευελπιστούν, ακόμη, ότι  θα υπάρξει δυνατότητα έγκαιρης αντιμετώπισής τους. Η αισιοδοξία τους μπορεί να δικαιολογηθεί με βάση την υπόθεση, ότι για αρκετά μεγάλη περίοδο  ο ρόλος των τεχνολογιών θα είναι, κυρίως, βοηθητικός των ανθρώπων, τους οποίους θα εξακολουθούν να χρειάζονται σε κάθε βήμα τους. Η σχετική αυτή αισιοδοξία  εκφράστηκε σε  μελέτη των αρχών του 2017, από το Ινστιτούτο Mc Kinsey. Σε αυτήν, αμφισβητούνται  τα πολύ απαισιόδοξα συμπεράσματα προηγούμενης μελέτης ([6]),  με βάση τα οποία το 47%  της απασχόλησης κινδυνεύει να αυτοματοποιηθεί ([7]).  Υποστηρίζεται, καταρχήν, στη μελέτη McKinsey ότι το 49% του χρόνου εργασίας είναι δυνατόν να υποκατασταθεί από αυτοματισμό. Η αισιοδοξία, ωστόσο, έγκειται στην υπόθεση ότι  το μέλλον της απασχόλησης δεν θα κριθεί μόνο από το τι είναι τεχνολογικά δυνατό, αλλά και από άλλους παράγοντες. Π.χ. αναφέρεται στη μελέτη McKinsey ότι τα αυτοκίνητα χωρίς οδηγό προβλέπεται ότι θα καταργήσουν την απασχόληση από 1.7 εκατομμύρια οδηγούς φορτηγών. Ωστόσο, η αντικατάσταση των φορτηγών θα χρειαστεί επένδυση της τάξης του ενός τρισεκατομμυρίου δολαρίων. Το συμπέρασμα της μελέτης McKinsey είναι, ότι οι πολύ δυσμενείς προβλέψεις δεν λαμβάνουν υπόψη πολλούς παράγοντες, και ότι κατά τους επιστήμονες που την συνέταξαν, το πιθανότερο είναι ότι μόνο το 2055 θα έχει μειωθεί η απασχόληση, κατά 50%. Η ακόμη πιο αισιόδοξη, σχετικά, μελέτη εκπονήθηκε το 2016 από τον ΟΟΣΑ, και προβλέπει ότι για τα 21 κράτη-μέλη της, ο κίνδυνος αυτοματοποίησης αφορά μόνον το 9% της απασχόλησης. Η υπερβολική αυτή αισιοδοξία φαίνεται να δικαιολογείται από ανάλογες  εξελίξεις στο παρελθόν, που δεν επαλήθευσαν τις απαισιόδοξες προβλέψεις, όπως αυτές του John Maynard Keynes, πριν από 80 χρόνια. O Keynes αναφέρθηκε τότε σε  μια "νέα επιδημία", που ονόμασε "τεχνολογική υποαπασχόληση", και που ευτυχώς δεν υλοποιήθηκε.
        Οι αισιόδοξοι, αναφορικά με τις επιπτώσεις των ρομπότ στη ζωή μας, τονίζουν την πλευρά της βοήθειας που  αυτά θα μας εξασφαλίσουν, υποστηρίζοντας ότι το ρομπότ θα διαδεχθεί  τον προσωπικό υπολογιστή μας.
        Μια από τις πολύ σημαντικές υπηρεσίες των ρομπότ είναι τα αυτοκίνητα χωρίς οδηγό, που προβλέπεται ότι θα φθάσουν στους καταναλωτές το 2020. Πολυάριθμα πανεπιστήμια, κυρίως στις ΗΠΑ, καταστρώνουν σχέδια  και κανονισμούς για το πώς θα χρησιμοποιηθούν αυτά τα αυτόματα αυτοκίνητα, ενώ  ετήσια έκθεση της Διεύθυνσης Μεταφορών της Σιγκαπούρης προβλέπει ότι αυτά τα μοιραζόμενα από πολλούς καταναλωτές αυτοκίνητα θα περιορίσουν την κυκλοφορία των παραδοσιακών αυτοκινήτων κατά, περίπου, 80%, μειώνοντας  σε σημαντικό βαθμό τη διάρκεια του ταξιδιού, αλλά και τη μόλυνση της ατμόσφαιρας ([8]). Προς το παρόν τα αυτοματοποιημένα αυτά αυτοκίνητα δεν είναι σε θέση να αντιμετωπίσουν  δύσκολες και απρόβλεπτες καταστάσεις,  αλλά πολύ γρήγορα προβλέπεται ότι θα τελειοποιηθούν, εξοικονομώντας χρόνο για τους ταξιδιώτες, που θα μπορούν να διαβάζουν κατά τη διαδρομή,. Τα ρομπότ προβλέπεται, ακόμη, ότι θα προσφέρουν σημαντικές υπηρεσίες, στις νοικοκυρές, για τη μεταφορά των αγορών τους. Το σχετικό ρομπότ, με το όνομα GITA ([9]), θα ακολουθεί  φορτωμένο τον ιδιοκτήτη του, στο δρόμο, επικοινωνώντας μαζί του, όταν χρειάζεται. Ετοιμάζονται, επίσης αυτοματοποιημένα αεροπλάνα για την αμερικανική πολεμική αεροπορία,  με σύστημα που προβλέπεται να μειώσει το σχετικό κόστος κάθε χρησιμοποιούμενου αεροσκάφους κατά $800.000 ([10]).  Οι δραστηριότητες, που προβλέπεται να επηρεαστούν το περισσότερο από τα ρομπότ είναι η ναυτιλία, η ιατρική, τα νοσοκομεία και η πολεμική βιομηχανία([11])


                                                                                  
β) Η απαισιόδοξη, και πιθανότατα πιο κοντά στην πραγματικότητα, εκδοχή
Πριν εξετάσουμε τις αναμενόμενες επιπτώσεις του αυτοματισμού στην απασχόληση, πρέπει να υπενθυμίσουμε ότι, ήδη, η μορφή της πλήρους απασχόλησης αφορά, στις προηγμένες οικονομίες, ολοένα μικρότερο ποσοστό της συνολικής απασχόλησης, προς όφελος της άτυπης εργασίας. Εξάλλου, η υποαπασχόληση, σε παγκόσμια βάση, παραμένει το 2016, στα 197.1 εκατομμύρια, και υπερβαίνει  κατά 27εκατομμύρια, την αντίστοιχη του 2007 πριν από την κρίση.   Οι προβλέψεις, εξάλλου, είναι εξαιρετικά απαισιόδοξες, εκτιμώντας ότι το 2018 η ανεργία  θα αυξηθεί κατά  3.4 εκατομμύρια. Εξάλλου, ο Διεθνής Οργανισμός Εργασίας([12]) προβλέπει ότι  το 2017, και για πρώτη φορά, η παγκόσμια υποαπασχόληση θα φθάσει στα 200 εκατομμύρια([13]).

        Η ανεργία παραμένει υψηλή στην Ευρώπη, και σε αρκετές οικονομίες του ευρωπαϊκού Νότου πολύ υψηλή. Το ποσοστό απασχόλησης στην ΕΕ των 28, για τις  ηλικίες 15-64, ήταν το 2007, 65,2 ενώ το 2014, 64,9. Στις οικονομίες, ωστόσο του ευρωπαϊκού Νότου, με πρώτη  την Ελλάδα, η μείωση  αυτή είναι τραγική ανάμεσα στο 2007, που ισούται με 60.9 και στο 2014 που είναι μόνο 49.4, αντίστοιχα. Σημαντική είναι και η μείωση του όγκου της απασχόλησης, για την Ισπανία, στο εξεταζόμενο αυτό διάστημα (65.8 και 56.0), και σε μικρότερο βαθμό της Πορτογαλίας, Ιταλίας και Ιρλανδίας[14].

        Η ανεργία στις ΗΠΑ, παρότι τα μέτρα της νομισματικής της πολιτικής ήταν σαφέστατα λιγότερο αντιπληθωριστικά και περισσότερο επιθετικά, σε σύγκριση με την Ευρώπη, η παράλληλη πτωτική πορεία  με το ΑΕΠ της ενισχύει την άποψη ότι πρόκειται για την έλευση ενός νέου σταδίου εξέλιξης, από το οποίο απουσιάζει η ανάπτυξη, και όχι για απλή ύφεση, που συναντιέται  στην κατιούσα φάση του οικονομικού κύκλου. Όπως προκύπτει από σχετική έρευνα([15]), τα τελευταία 40 χρόνια μειώνονται συνεχώς η  συμμετοχή στην απασχόληση ανδρών ηλικίας 24-54 ετών, καθώς και η δημιουργία νέων θέσεων εργασίας. Και αυτό που είναι ανησυχητικό είναι η παράλληλη πορεία ΑΕΠ και απασχόλησης από το 1947 ως το 2015.
      Οι δυσμενείς επιπτώσεις του ρομποτισμού στην απασχόληση θεωρούνται νομοτελειακές, ακόμη και για τους αισιόδοξους, οι οποίοι απλώς στρέφονται προς εξελίξεις ή περιπτώσεις, που θα μπορούσαν να περιορίσουν την έντασή τους.
Τα αναμενόμενα δυσμενή αποτελέσματα των ρομπότ  στην απασχόληση, επιβάλλεται να ερευνηθούν, πρώτον ως  υποκατάστατά της και δεύτερον ως φορείς τεχνικής ευφυΐας. Και να προσθέσω, ότι ο χρόνος τρέχει πολύ γρήγορα, φέρνοντας μαζί του αστραπιαίες επαναστατικές μεταβολές.

αα)Τα ρομπότ ως υποκατάστατα της ανθρώπινης εργασίας
 Τα ρομπότ έχουν ήδη αρχίσει να υποκαθιστούν την ανθρώπινη εργασία στις προηγμένες οικονομίες, με εντεινόμενους ρυθμούς. Το 2013 χρησιμοποιούνταν ρομπότ σε παγκόσμια βάση γύρω στο 1.2 εκατομμύριο. Το 2014 ο αριθμός τους έφθασε το 1.5 εκατομμύριο και προβλέπεται να αγγίξει το 1.9 εκατομμύριο το 2017. Οι δυνατότητές τους βελτιώνονται και πολλαπλασιάζονται με μεγάλη ταχύτητα. Χάριν παραδείγματος αναφέρω την περίπτωση ενός νέου ξενοδοχείου στην Ιαπωνία, με το όνομα Henn-na, στο οποίο τους πελάτες υποδέχονται,  καταχωρούν και  αποχαιρετούν,  ρομπότ. Τα ρομπότ, στο ξενοδοχείο αυτό, είναι ακόμη σε θέση να οδηγήσουν τους πελάτες στα δωμάτιά τους, μιλώντας τους τη γλώσσα που προτιμούν, και να ρυθμίσουν τη θερμοκρασία. Στα δωμάτιά τους οι πελάτες του ξενοδοχείου μπορούν να έχουν φωνητικές οδηγίες για τη ρύθμιση του φωτισμού, και πληροφορίες για τον καιρό και την ώρα ([16]).  Πάντοτε, χάριν παραδείγματος, γιατί ο κατάλογος των δυνατοτήτων υποκατάστασης της ανθρώπινης εργασίας είναι, ήδη, μακροσκελής και εμπλουτίζεται καθημερινά, αναφέρω ένα πείραμα της Amazon, προκειμένου να διαπιστώσει αν τα ρομπότ θα ήταν σε θέση να επιλέξουν αυτόματα κάποια αντικείμενα από τα ράφια αποθήκης, που απασχολούσε 50.000  άτομα,  και να τα μετακινήσουν σε γύρω θέσεις. Στο διάστημα του πειράματος, ένα ρομπότ κατόρθωσε να εκτελέσει 10 από τα  συνολικά 12 καθήκοντα. Η επιχείρηση αυτή, που βρίσκεται στο Βερολίνο, "προσέλαβε" 15.000 ρομπότ, και προγραμματίζει και πρόσθετα για το μέλλον. Στο χώρο των εστιατορίων, επιχειρήσεις χρησιμοποιούν ρομπότ για να υποκαταστήσουν ανθρώπινη εργασία, για παράδοση παραγγελμένου φαγητού, αλλά και για την επιλογή φαγητού, από τους πελάτες, αλλά και για την πληρωμή του λογαριασμού τους. Ένα είδος ρομπότ, με την ονομασία ΝΑΟ βοηθά τους ασθενείς να ξεπεράσουν το άγχος τους. Πρόσφατη έκθεση ([17]), που αναφέρεται στην απασχόληση στις τράπεζες προβλέπει ότι μέσα στην επόμενη δεκαετία, αυτές, θα μειώσουν κατά 30% την απασχόληση, εξαιτίας της χρήσης νέων τεχνολογιών. Ο οικονομολόγος Martin Ford προβλέπει ότι το σύνολο των θέσεων εργασίας της μεσαίας τάξης θα εξαφανιστεί, η οικονομική κινητικότητα θα διακοπεί και η πλουτοκρατία  θα καταφύγει σε περιφραγμένες κοινότητες ή σε ιδιαίτερες πόλεις, που θα φυλάσσονται από αυτόματα στρατιωτικά ρομπότ και μη επανδρωμένα αεροπλάνα ([18]).
 Καταλυτικής, επίσης, σημασίας μεταβολές προβλέπονται και στον ευρύτερο χώρο της εκπαίδευσης([19]), όπου η ψηφιακή νέα τεχνολογία, υποκαθιστά ήδη σε ολοένα ανερχόμενο ποσοστό την παραδοσιακή διδασκαλία, από την διδασκαλία μέσω Διαδικτύου. Η συμβολή αυτή της μορφής διδασκαλίας επιταχύνεται εξαιτίας δύο κυρίως λόγων. Ο πρώτος, έχει σχέση με την υποχώρηση του κοινωνικού Κράτους, ακόμη και στο χώρο της εκπαίδευσης, υπό την πίεση της ολοένα σκληρότερης εφαρμογής των νεοφιλελεύθερων συνταγών. Τα πανεπιστήμια της υφηλίου αναγκάζονται να εξαρτώνται συνεχώς περισσότερο από τα δίδακτρα των σπουδαστών,  καθιστώντας έτσι  τις σπουδές εξαιρετικά πολυέξοδες, καθώς οι κρατικές επιδοτήσεις περιορίζονται. Ο δεύτερος λόγος  αναφέρεται στη νέα ψηφιακή/ρομποτική τεχνική πρόοδο, που περιορίζει δραματικά το κόστος σπουδών, εξασφαλίζει σχεδόν απεριόριστου βαθμού οικονομίες κλίμακας, και καθιστά τη μόρφωση προσιτή σε όλους. Αυτή η φάση των νέων τεχνολογιών θα έχει, μακροχρονίως, και εκτός απροόπτου, αναδιανεμητικές συνέπειες  στις υπερβολικές  ανισότητες κατανομής. Θα αυξήσει, όμως, ταυτόχρονα την ανεργία, τη φορά αυτή στο χώρο της εκπαίδευσης, καθώς προβλέπεται ότι σε μία 15ετία από σήμερα το 50% των αμερικανικών πανεπιστημίων θα έχει χρεοκοπήσει ([20]). Τέλος, δεν θα διασωθούν και οι μεταφραστές κειμένων, από την υποκατάστασή τους από ρομπότ. Στο χώρο αυτό έχει συντελεστεί εξαιρετική πρόοδος, έτσι που εύλογα να προβλέπεται ότι πολύ σύντομα η  συμβολή του ανθρώπου δεν θα είναι πια απαραίτητη ([21]) .
Αυτές οι ελάχιστες παραπάνω αναφορές,  είναι ωστόσο  αρκετές για να πείσουν ότι ήδη τα  ρομπότ έχουν διώξει από την αγορά εργασίας πολυάριθμους εργαζόμενους, αλλά και να αναγγείλουν ένα, πράγματι, εφιαλτικό μέλλον για την ανθρώπινη απασχόληση, μέσα στο οποίο δυστυχώς δεν υπάρχει θέση για αισιοδοξία. Ένα μέλλον όπου θα επικρατεί ανεξέλεγκτη ανεργία, που δεν θα αφήσει ανέπαφο κανένα είδος απασχόλησης, ακόμη και αυτά που απαιτούν γνώσεις, εξειδίκευση και προγραμματισμό. Και αν προς το παρόν η προσπάθεια συντονισμού εκπαίδευσης και απασχόλησης προτείνεται ως μέσο αντιμετώπισης της ζοφερής κατάστασης([22]),  στο χώρο της απασχόλησης, στο άμεσο μέλλον, και στο μέτρο  βέβαια, που αυτό  μπορεί να προβλεφθεί,  θα παύσει να είναι. Και τούτο διότι  αποδεικνύεται ότι τα ρομπότ, όχι μόνο μαθαίνουν εξαιρετικά γρήγορα, από τη διδασκαλία των ανθρώπων, αλλά πρόσφατα άρχισαν να διδάσκονται αναμεταξύ τους([23]). Θα σωθούν κάποιες εξειδικευμένες εργασίες; Δύσκολο να το προβλέψει κανείς, και όχι οπωσδήποτε για μακροχρόνιο διάστημα. Αναφέρονται στην κατηγορία αυτή επιστήμονες, εξειδικευμένοι στο χώρο της υγείας, συγγραφείς, επιχειρηματίες και καλλιτέχνες.    
 Οι αρνητικές συνέπειες της επέκτασης του ρομποτισμού, στην απασχόληση, δεν περιορίζονται στο εσωτερικό των προηγμένων οικονομιών.  Αντιθέτως, θα υποστήριζα ότι για τις αναδυόμενες  οικονομίες, η κατάσταση  είναι πολύ  πιο απειλητική, γιατί εξαιτίας των νέων τεχνολογιών,  χάνουν τα μέχρι τώρα προνόμιά τους, του    χαμηλού εργατικού κόστους, και της  μετεγκατάστασης επιχειρήσεων σε αυτές.  Εκτιμάται, σχετικά, ότι η Κίνα  έχασε 30 εκατομμύρια θέσεις εργασίας  στη βιομηχανία, από το 1996 μέχρι σήμερα ή 25% του συνόλου,  παρά την αύξηση του βιομηχανικού της προϊόντος, κατά 70% ([24]). Η πρώτη, λοιπόν, και η σημαντικότερη απειλή του ρομποτισμού εναντίον των αναδυόμενων και αναπτυσσόμενων οικονομιών, προβλέπεται ότι θα είναι εξάλειψη του αποφασιστικότερου προνομίου, που αυτές εξασφάλιζαν ως τώρα, αυτό της φθηνής εργασίας, το οποίο ενθάρρυνε  παράλληλα και τη μετεγκατάσταση επιχειρήσεων σε αυτές. Αλλά, αν η φθηνή εργασία δεν είναι πια η οδός προς την οικονομική ανάπτυξη, τότε τι είναι; Στο σημείο αυτό, η  γενική διαπίστωση του Thomas Picketty([25]), ότι ο ρυθμός απόδοσης  του κεφαλαίου είναι ανώτερος του ρυθμού ανάπτυξης, μεταφέρεται στα  ρομπότ, που εκλαμβάνονται ως  είδος κεφαλαίου, και η απόδοσή τους θα πηγαίνει στους ιδιοκτήτες τους. Η διαφορά αυτή, υπέρ των ρομπότ, και σε βάρος της εργασίας,  θα διευρύνεται διαχρονικά, δεδομένου ότι η ποιότητα και η ποσότητα της εργασίας των ρομπότ βελτιώνεται συνεχώς, σε αντίθεση με την ανθρώπινη εργασία, που παραμένει στάσιμη ([26]).  Το κεφάλαιο, συνεπώς, εξακολουθεί να παραμένει ο μεγάλος νικητής του νέου μοντέλου  των τελευταίων εξελίξεων, έχοντας ωστόσο χάσει την παραδοσιακή του μορφή. Στο μέτρο που  είναι δυνατόν να προβλεφθεί το μέλλον, ολιγομελής/ ολιγαρχική ομάδα  νεωτεριστών δεν θα αντιμετωπίζει καν πρόβλημα διανομής των κερδών της με  συνδικαιούχους την ανειδίκευτη εργασία και το παραδοσιακό κεφάλαιο, που με δυσκολία θα  επιβιώνουν,  έχοντας  εισόδημα  κατώτερο  του μέσου όρου, ενόσω  θα ανταμείβονται σχεδόν αποκλειστικά οι φορείς  νέων ιδεών. Στη φάση αυτή της καπιταλιστικής εξέλιξης είναι, ουσιαστικά, άχρηστη η ανειδίκευτη εργασία, ενώ υποβαθμίζεται, επίσης και  η χρησιμότητα του παραδοσιακού κεφαλαίου.
Πριν λίγα χρόνια γινόταν λόγος για κοινωνία των 2/3, και η  υγιής αντίδραση ήταν ότι   θα έπρεπε να αποφευχθεί με κάθε τρόπο. Η κοινωνία, όμως, που τώρα αναμένεται,  θα είναι  του 1/10. Μια κόλαση,  δηλαδή, για τους πολλούς ([27]).
  Παράλληλα με τις καταστροφές που απειλούνται από την τεχνητή νοημοσύνη, υπάρχουν και προβλέψεις θετικών συνεπειών από τη χρήση  των ρομπότ, στην οικονομία. Πρόσφατη μελέτη της Bank of America Merrill Lynch προβλέπει για το 2025, και για την Αμερική, ένα αποτέλεσμα ανανέωσης και δημιουργίας, από την τεχνητή νοημοσύνη,  που θα αποφέρει  14-33 τρισεκατομμύρια δολάρια, στα οποία  περιλαμβάνονται   9 τρισεκατομμύρια  δολάρια, από  τη μείωση της απασχόλησης εργατικού δυναμικού. Και από την πλευρά της μελέτης McKinsey προβλέπεται ανατροπή της κοινωνίας, από τη χρήση της τεχνικής νοημοσύνης, "10 φορές ταχύτερη και 300 φορές εντονότερη, περίπου  δηλαδή 3000 φορές μεγαλύτερη  επίδραση", από αυτήν που έφερε η Βιομηχανική Επανάσταση ([28]).

ββ) Η τεχνητή ευφυΐα και οι τρομακτικές απειλές της
Οι κίνδυνοι γύρω από την προϊούσα  ικανότητα των ρομπότ να υποκαθιστούν το σύνολο της ανθρώπινης απασχόλησης φαίνονται χλωμοί, αν συγκριθούν με αυτά που απειλεί να φέρει η τεχνητή ευφυΐα. Κίνδυνοι αδιανόητοι, που δεν είναι δυνατόν να προβλεφθούν, αλλά  ίσως να είναι δυνατόν να προληφθούν.
Ως πριν από λίγο τα ρομπότ ήταν ικανά να κάνουν σχετικά απλές προγραμματισμένες κινήσεις, που είχαν διδαχθεί από τους ανθρώπους και να πιάνουν και να μετακινούν  αντικείμενα που είχαν δει προηγουμένως. Ήδη, τώρα, λειτουργούν σε πολύ ευρύτερα πεδία, έχουν πολύ προχωρήσει στην  φωνητική απομίμηση, και το σπουδαιότερο που δημιουργεί απρόβλεπτους μελλοντικούς κινδύνους, είναι η απόκτηση ικανότητας να διδάσκονται μεταξύ τους ([29]).  Το 2016 ο διευθυντής της Εθνικής Ευφυΐας James R. Clapper, στην ετήσια έκθεσή του για την ασφάλεια, κρούει τον κώδωνα κινδύνου για την τεχνητή νοημοσύνη. Οι σχετικοί κίνδυνοι είναι αρκετά γνωστοί από την επέκταση κακόβουλων προγραμμάτων, που κυκλοφορούν ολοένα συχνότερα στο Διαδίκτυο, και είναι γνωστά με το όνομα Blackshades. Εξάλλου, υποστηρίζεται από ορισμένους εξειδικευμένους στην ασφάλεια των υπολογιστών, ότι οι κακοποιοί του Διαδικτύου χρησιμοποιούν με εγκληματικό τρόπο την τεχνητή νοημοσύνη, εδώ και δέκα χρόνια([30]).
            Οι κίνδυνοι από τα  ρομπότ αρχίζουν και τελειώνουν με την παραδοχή ότι η εκμάθησή τους ακολουθεί γεωμετρική πρόοδο και τίποτε δεν αποκλείει, να ξεπεράσουν σε νοημοσύνη τον άνθρωπο. Ένα υποθετικό σενάριο είναι η κατάληψη του πλανήτη από υπέρ νοήμονα ρομπότ, που θα αποφασίζουν για την τύχη του, κάνοντας πέρα τους ανθρώπους ή ακόμη και εξολοθρεύοντας τους ([31]). Επιστήμονες, όπως οι Stephen Hawking και Elon Musk, προτείνουν έρευνες για να αποφευχθούν ανάλογες, όχι και τόσο  απίθανες πια εξελίξεις.
            Όπως           και η ανθρώπινη εξυπνάδα οδηγεί συχνά σε ενέργειες που δεν γίνονται κατανοητές, έτσι και η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να προκαλέσει καταστάσεις, απρόβλεπτες, αδιανόητες και απειλητικές για τον άνθρωπο.  Ιδιαίτερα και επειδή, όπως διαπιστώνεται ήδη σε πολλές περιπτώσεις, οι ενέργειες των ρομπότ ξεπερνούν τα όρια  της ανθρώπινης διδασκαλίας. Αλλά αυτή η διάσταση των ρομπότ σημαίνει ότι ο άνθρωπος δεν είναι σε θέση, και στο μέλλον ακόμη λιγότερο  θα είναι  ικανός να ελέγχει τα ρομπότ. Η δική τους νοημοσύνη δίνει, ήδη, ενδείξεις ότι είναι διαφορετική και ξένη προς την ανθρώπινη και, επομένως, είναι ορατός ο κίνδυνος να καταστεί αδύνατη στο μέλλον οποιασδήποτε μορφής επικοινωνία ανάμεσα στον άνθρωπο και τα ρομπότ. Και με την υπόθεση ότι το είδος και η έκταση των γνώσεων των ρομπότ ακολουθούν ανεξέλεγκτες οδούς, μετά από κάποιο κρίσιμο σημείο, θα είναι απρόβλεπτες και οι ενέργειές τους. Επιπλέον, με την υπόθεση ότι η τεχνητή νοημοσύνη δείχνε να εξελίσσεται με ρυθμούς ταχύτερους της αντίστοιχης των ανθρώπων, το σενάριο υποδούλωσης του ανθρώπινου γένους στα ρομπότ μπορεί. σε μερικά χρόνια από σήμερα, να μην ανήκει στη σφαίρα της επιστημονικής φαντασίας.

ΙΙ. Προτάσεις για την αντιμετώπιση των κινδύνων από τις νέες τεχνολογίες 
Είναι θέμα ζωής και θανάτου η εξεύρεση τρόπων, που θα εξασφαλίσουν στην ανθρωπότητα θετικές και όχι αρνητικές εξελίξεις από τις νέες τεχνολογίες. Παρότι το πρόβλημα  είναι πολυσύνθετο και δυσχερές, ωστόσο θα πρέπει να υπογραμμιστεί  ότι προς το παρόν ζούμε σε κοινωνία ανθρώπων, εμείς αποφασίζουμε για τις εξελίξεις, και συνεπώς έχουμε, ακόμη, τη δύναμη να αποτρέψουμε τη μετατροπή του πλανήτη μας σε κόλαση.
Ειδικότερα η λύση, στο πρόβλημα της ανεργίας, θα ήταν σχετικά εύκολη,  αν δεν είχε επικρατήσει σε τόσο απαράδεκτα υψηλό βαθμό, ο υπέρμετρος ατομισμός, η χωρίς όρια συσσώρευση πλούτου από μια ολιγάριθμη ελίτ και  η κορυφούμενη  διαφθορά σε όλα τα επίπεδα. Έχω υποστηρίξει, εδώ, και χρόνια ότι η ανεργία αποτελεί, ουσιαστικά, ένα ψευδοπρόβλημα, με πραγματικό πρόβλημα την κατανομή του εισοδήματος ([32]).  Και τούτο, επειδή η ανεργία είναι συνέπεια της κορυφούμενης ανισότητας κατανομής εισοδήματος και πλούτου, που έχει συγκεντρώσει το εισόδημα του 45% του παγκόσμιου ΑΕΠ στα χέρια μιας ελιτ από 62 μεγιστάνες.
            Και για να συνεχίσω με την ανεργία, να υπενθυμίσω ότι  έχει, ολοσχερώς, λησμονηθεί το γεγονός, ότι υπάρχει  επιτυχές προηγούμενο για την αντιμετώπισή της. Πράγματι, το πρόβλημα δεν είναι  νέο, καθώς   τηρουμένων πάντοτε των αναλογιών, παρόμοιο  είχε εμφανιστεί και επιτυχώς αντιμετωπιστεί μετά το πέρας του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου, με την αθρόα προσέλευση γυναικών στην αγορά εργασίας. Ή αντιμετώπιση του προβλήματος της ανεργίας τότε έγινε με  τον μόνο ορθολογικό τρόπο, που θα έπρεπε να υιοθετηθεί και   στη σύγχρονη εποχή. Δηλαδή με δραστικό περιορισμό του επίσημου εβδομαδιαίου ωραρίου  εργασίας, κατά περίπου 35%,  τότε, σε σύγκριση με το αντίστοιχο προπολεμικό.
Είναι ξεκάθαρο ότι οι καταλυτικές μεταβολές  στο καθεστώς της εργασίας του τέλους του 20ου και των αρχών του 21ου αιώνα απαιτούν μεγαλύτερη και όχι μικρότερη κρατική παρέμβαση, έτσι  ώστε η ανεργία να μην εξακολουθήσει να χρησιμοποιείται ως  το όχημα επίτευξης ολοένα μεγαλύτερης ανισοκατανομής, και για να αναχαιτιστεί η μετατροπή της αγοράς εργασίας, σε ολοένα αγριότερη ζούγκλα. 
Για να μη μεταβληθεί σε  κόλαση ο 21ος αιώνας, θα πρέπει να γίνει γρήγορα αποδεκτό και κατανοητό το γεγονός ότι οι βελτιωμένες ανθρώπινες γνώσεις, αποτελούν κληρονομιά του παρελθόντος και  ανήκουν σε ολόκληρη την ανθρωπότητα. Γι’ αυτό  και είναι αδιανόητο να μονοπωλούνται από το κεφάλαιο/ ή  και από ολιγομελή ομάδα νεωτεριστών, με μοναδική  δικαιολογία την έλλειψη νόμων και κανόνων κατανομής του εισοδήματος, στο νέο αναπτυξιακό στάδιο, που τώρα διανύει η ανθρωπότητα. Επιβάλλεται, λοιπόν, να επιχειρηθεί επίτευξη πλήρους απασχόλησης μέσω  δραστικής μείωσης του  ωραρίου εργασίας, όπως έγινε και στη μεταπολεμική οικονομία.  Πράγματι, ενώ το 1840 η μέση εβδομαδιαία εργασία ήταν της τάξης των 70-80 ωρών, μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και μέχρι σήμερα αυτή περιορίστηκε γύρω στις 40 ή και ακόμη λιγότερες ώρες. Υπήρχε πλήρης απασχόληση και με τις περισσότερες και με τις μειωμένες ώρες εργασίας, ενώ η σημαντική  μεταπολεμική μείωση του ωραρίου εργασίας  ουδόλως εμπόδισε την επίτευξη ταχύτατων ρυθμών προόδου, στις τότε προηγμένες οικονομίες και  χάρη σε αυτούς την πραγματοποίηση των 30 ένδοξων ετών.
Μια ανάλογη θαρραλέα απόφαση θα ήταν, και τώρα απολύτως επιβεβλημένη, για να αποφευχθούν τα χειρότερα που ήδη κυοφορούνται. Η πρωτοβουλία αυτή θα  όφειλε να ληφθεί σε παγκόσμιο επίπεδο, για να μη διακινδυνεύσουν οι  τυχόν οικονομίες  που θα την υιοθετούσαν, με επιδείνωση της ανταγωνιστικότητάς τους. Και το μειωμένο ωράριο  εργασίας  θα όφειλε να φθάσει μέχρι του σημείου,  που να  επαναφέρει σε ισχύ τα μερίδια εργασίας και κεφαλαίου στο ΑΕΠ, όπως αυτά επικράτησαν στην  Cobb-Douglaς συνάρτηση παραγωγής. Οι συνθήκες αυτές στο χώρο της αγοράς εργασίας  αποτελούν εγγύηση για τη διατήρηση σχετικής μακροοικονομικής ισορροπίας και  για την εξασφάλιση επαρκούς ενεργού ζήτησης για τα νέα προϊόντα/ υπηρεσίες, ώστε να ενθαρρύνεται η διενέργεια  και η υιοθέτηση νεωτερισμών.



Συμπέρασμα
            Ασφαλώς, δεν αποτελεί λύση, στα προβλήματα των οικονομιών του 21ου αιώνα η προσπάθεια αναχαίτισης των νέων τεχνολογιών, δεδομένου ότι η  εφαρμογή τους συνδέεται με πλήθος θετικών αποτελεσμάτων, που σηματοδοτούν πρόοδο. Επειδή, ωστόσο, υπάρχουν κακές εμπειρίες μαζικής ανεργίας, ως συνέπεια  νεωτερισμών στο παρελθόν,  επιβάλλεται να ληφθούν δραστικά και αποτελεσματικά μέτρα,  ώστε να ελαχιστοποιηθούν οι δυσμενείς επιπτώσεις των νέων τεχνολογιών. Εκτός της αυταπόδεικτης  ανάγκης προσαρμογής των νέων τεχνολογιών στις ειδικές συνθήκες των επί μέρους οικονομιών,  με έμφαση στις αναδυόμενες, θα πρέπει ακόμη να υπογραμμιστεί  η  δυσκολία ή και  αδυναμία  αξιοποίησης των νέων τεχνολογιών σε περιβάλλον λιτότητας ή, και ακόμη χειρότερα, σε περιβάλλον αντιπληθωρισμού. Και τούτο, γιατί οι νέες τεχνολογίες αποτελούν όχημα προς ταχύτερη ανάπτυξη, η οποία απαιτεί ικανοποιητική ρευστότητα και καλύτερη/δικαιότερη κατανομή του εισοδήματος, για να εξασφαλιστεί  επαρκής ζήτηση  για τα προϊόντα και τις υπηρεσίες  της νέας τεχνικής προόδου. Η, χωρίς ημερομηνία λήξης, λιτότητα της ΕΕ δεν προσφέρεται για την υιοθέτηση νέων τεχνολογιών.  
            Η υιοθέτηση    νέων τεχνολογιών, εξάλλου, θα πρέπει να γίνει με μέτρο και όχι ανεξέλεγκτα. Η λήψη κάποιας μορφής προστατευτικών μέτρων, έτσι ώστε η οικονομία να είναι σε θέση να αξιοποιήσει σταδιακά τις νέες τεχνολογίες, και να μη συντριβεί από αυτές, κρίνεται ως sine-qua-non  επιλογή της  ακολουθητέας οικονομικής  πολιτικής.
            Καταλυτική, εξάλλου, σπουδαιότητα, στο δύσκολο αυτό στάδιο ανάπτυξης θα έχει η κρατική παρέμβαση στην οικονομία, με στόχο τον περιορισμό των ανισοτήτων, που προκαλούνται από την τεχνική πρόοδο. Εκτός από τον δραστικό περιορισμό των ωρών εργασίας, που κρίνεται ως το σπουδαιότερο μέτρο για την αποφυγή των δυσμενών επιπτώσεων των νέων τεχνολογιών,   το κράτος θα πρέπει να επιδοθεί σε μεγάλης έκτασης επενδύσεις, προκειμένου να εξασφαλίσει  εκπαίδευση υψηλών προδιαγραφών   για  όλους, που να συνδέεται με τις απαιτήσεις των νέων τεχνολογιών.   Επίσης, αντί της υποχώρησης του κράτους Πρόνοιας, που εδώ και καιρό βρίσκεται σε εξέλιξη  στην Ευρώπη, το κράτος θα πρέπει να εξασφαλίσει  επάρκεια νοσοκομείων για δωρεάν περίθαλψη, να θέσει όρια στις ιδιωτικοποιήσεις, ιδίως επιχειρήσεων κοινής ωφέλειας, και να προβεί σε εντατικοποίηση διαρθρωτικών μεταβολών, κυρίως, στο χώρο της απασχόλησης, ώστε να γίνει καλύτερη και αποδοτικότερη χρησιμοποίηση του συνόλου των εργαζομένων.
            Η ανοχή της κορυφούμενης ανεργίας, στις σύγχρονες οικονομίες, σε συνδυασμό με την  έμπρακτη άρνηση υιοθέτησης του μοναδικού ενδεδειγμένου μέτρου για την αντιμετώπισή της  (δηλαδή του  δραστικού περιορισμού των ωρών εργασίας), αποτελεί  αδιάψευστη μαρτυρία του ότι η ανθρωπότητα, σε πείσμα των επαναστατικών της πρόοδων στον τομέα των τεχνολογιών, δεν βελτίωσε,  δυστυχώς, παράλληλα και την  πλευρά της ηθικής της υπόστασης.  Η άλλη όψη της  ανεργίας  είναι η  άρνηση απόδοσης της αυξημένης παραγωγικότητας  των νέων τεχνολογιών, σε ολόκληρη την ανθρωπότητα, όπου δικαιωματικά και ανήκει.





[1] Eric Brynjolfsson , Andrew McAfee and Michael Spence, New World Order, F.A. July/August 2014 pp. 44-53

[2] Lawrence H. Summers "The age of secular stagnation", Foreign Affairs-The world is flat, March/April 2016, pp 2 s.

[3]              Robinson, J., and F. Wilkinson , "What has  become of employment policy?"Cambridge Journal of Economics, March 1977, pp. 5-14
[4]             The Rise ans Fall of American Growth (2016), The U.S. Standard of Living Since the Civil War,  Princeton University Press

[5] Robert Solow, The Solow Productive Paradox: What do Computers do to Productivity? Jack E. Triplett Brookings Institution, 1998

[6] Των οικονομολόγων Carl Benedikt Frey και Michael Osborne  του Oxford University
[7] Η μελέτη αναφέρεται στην αμερικανική οικονομία, που ωστόσο δεν διαφέρει σημαντικά από τις λοιπές προηγμένες δυτικές οικονομίες
[8] Daniela Rus (2015), "The robots  are coming", Foreign Affairs, July/August, pp. 2-6
[9] "The future of home delivery" (2017), The Economist, 18.02
[10] "Aviation and robots"(2016), The Economist, 20.08
[11] Alex Fitzpatrick (2016), "Grappling with the right role for robots at work", Time 11.04
[12]   ILO
[13]   Sean Farrell  (2016) The Guardian,  19.01
[14]   Eurostat
[15]   Bureau of Economic Analysis. Bureau of Labour Statistics and US Census

[16] Darrel. Μ. West (2015) "What happens if robots take the jobs? The impact of emerging technologies on employment and public policy", Center for Technological Innovation at Brookings, October
[17] "Digital Disruption" of Citigroup, 3/2016
[18] "Machine Translation-beyond Babel"(2017), Technology Quarterly/Language, The Economist 07.01
[19]«Τhe digital degree”(2014)The Economist-Briefing :The future of universities,28.06
[20] Η πρόβλεψη ανήκει στον Clayton Christensen  του Harvard Business School
[21] "Machine Translation-beyond Babel"op.cit.

[22]"Learning and Earning" 2017), Special Report (Lifelong Education), The Economist 14.01
[23] Cade Metz (2017), "Machines that teach themselves", International New York Times, 19.09
[24] Eric Brynjolfsson , Andrew McAfee and Michael Spence, op.cit.

[25] Le capital au XXIe siècle (2013), Seuil, Paris
[26] Illah Reza Nourbakhsh (2014), ""The Comic Robot Dystorpia", Foreign Affairs, pp.23-28
[27] Eduarto Porter (2016),"New Technology poses new peril to array of jobs",International New York Times, 08.06
[28] "The return of the machinery question", Special Report, Artificial Intelligence(2016), The Economist,25.06

[29] Cade Metz, op.cit.
[30] John Markoff (2016), "An artificial intelligence evolves, so does its criminal potential" ,International New York Times, 25.10
[31] Robots revolt in R.U.R., a 1920 play

[32] Μαρία Νεγρεπόντη-Δελιβάνη (1995) Aνεργία - Ένα ψευδοπρόβλημα; Eκδόσεις Σάκκουλα, Θεσσαλονίκη