Κυριακή, 14 Μαΐου 2017

ΓΑΛΛΙΚΕΣ ΕΚΛΟΓΕΣ Της Μαρίας Νεγρεπόντη-Δελιβάνη, 08.05.2017


ΓΑΛΛΙΚΕΣ ΕΚΛΟΓΕΣ
Της Μαρίας Νεγρεπόντη-Δελιβάνη, 08.05.2017
===============
H Γαλλία πανηγυρίζει για την εκλογή του Emmanuel Macron, 39 ετών,  που είναι ο νεότερος πρόεδρος στην ιστορία της, αλλά και ο νεότερος πρόεδρος της Ευρώπης. Η περιποιημένη εμφάνιση του  Emmanuel Macron κερδίζει, εύκολα,  συμπάθειες, οι σπουδές του είναι σοβαρές, η μέχρι τώρα επαγγελματική και πολιτική του σταδιοδρομία δεν περιλαμβάνει σκάνδαλα, τουλάχιστον τέτοια δεν έχουν  γίνει γνωστά, και επιπλέον επιδεικνύει αξιοθαύμαστη αυτοκυριαρχία, ακόμη και σε στιγμές που κάποιου βαθμού συγκίνηση θεωρείται αναπότρεπτη, όσο και επιθυμητή. Αναλαμβάνει να κυβερνήσει ένα λαό με υψηλό μέσο μορφωτικό επίπεδο, με έντονη τάση αντικειμενικής κριτικής και ανάλυσης των γεγονότων, με σεβασμό στην ιστορία και τον πολιτισμό του, με σαφείς προτιμήσεις για πρωτοποριακές λύσεις στην ιστορική του διαδρομή.
          Δεν είναι στις προθέσεις μου η   κριτική των επιλογών των Γάλλων,  όπως αυτές προκύπτουν από το αποτέλεσμα της πρόσφατης  προεδρικής εκλογής. Θα αρκεστώ να   υπογραμμίσω ορισμένες εκφάνσεις  της, που είναι δυσεξήγητες, που έμμεσα ακυρώνουν την ελεύθερη επιλογή των ψηφοφόρων, και που κινδυνεύουν να διαιωνίσουν μη ικανοποιητικές καταστάσεις του παρελθόντος, για τη Γαλλία και την Ευρώπη.

 Τα χαρακτηριστικά που επικράτησαν στην προεδρική εκλογή:
1. Δεν ήταν ο προβληματισμός για την  προβολή του καλύτερου  υποψηφίου, αλλά ο εκ των προτέρων αποκλεισμός της Marine Le Pen
Το μήνυμα που κυριάρχησε από τον πρώτο γύρο, και που έγινε πιο ξεκάθαρο και επιτακτικό στο δεύτερο γύρο,  ήταν η δαιμονοποίηση  της προέδρου του Εθνικού Μετώπου, και η προσπάθεια αποκεφαλισμού της  με κάθε μέσο και με κάθε θυσία. Η πρόεδρος του Εθνικού Μετώπου εμφανίστηκε από το σύνολο σχεδόν των ΜΜΕ, και όχι μόνον αυτών της Γαλλίας, ως  ο απόλυτος κίνδυνος που έπρεπε να εξουδετερωθεί με κάθε τρόπο. Σε κατάσταση, σχεδόν πανικού, ακόμη και εφημερίδες με αριστερή κατεύθυνση, χωρίς να δίνουν περισσότερες εξηγήσεις,  εμφάνιζαν ως δεδομένο και κοινής αποδοχής στόχο, ότι η Marine Le Pen, έπρεπε να εξαφανιστεί "επειδή ήταν φασίστρια και το κόμμα της  ακραίων και επικίνδυνων πεποιθήσεων".  
          Και είναι αλήθεια, ότι το Εθνικό Μέτωπο αποτελεί τη συνέχεια του κόμματος, που ίδρυσε ο πατέρας της,  Jean-Marie Le Pen και που ήταν όντως φασιστικό και αποδιοπομπαίο από κάθε άποψη, με αποκορύφωση την άρνησή του ότι υπήρξε ολοκαύτωμα. Αλλά, όμως, η διάδοχός του  Marine Le Pen  φρόντισε, με συνεχείς και πειστικούς τρόπους, να αποβάλλει αυτά τα  απαράδεκτα στοιχεία, και να τα υποκαταστήσει με  άλλα, που είναι δύσκολο αν όχι αδύνατο να θεωρηθούν ως φασιστικά ή, ακόμη, και ως ακροδεξιά. Ειδικότερα, το κοινωνικό της πρόγραμμα, υπέρ των οικονομικά ασθενέστερων, δεν διαφέρει από τις κατευθυντήριες γραμμές του αντίστοιχου του αριστερού  Melenchon, ενώ στο σύνολό του εμπίπτει στο περιεχόμενο των λοιπών νέων πολιτικών κομμάτων, που αποκαλούνται "λαϊκίστικά", που κατέκτησαν τις ΗΠΑ, και που ανέρχονται με ταχείς ρυθμούς στην Ευρώπη. Τα κόμματα αυτά, που είναι και δεξιών και αριστερών κατευθύνσεων, και που ακριβώς γι' αυτό η άνοδός τους έχει αποδυναμώσει την παραδοσιακή διάκριση αριστεράς και δεξιάς, στρέφονται εναντίον του ισχύοντος  καθεστώτος, δηλαδή του φιλελευθερισμού και της παγκοσμιοποίησης. Οι κεντρικές  τους γραμμές είναι ο έλεγχος των εθνικών συνόρων, ώστε να παρεμποδιστεί η ελεύθερη διακίνηση παράνομων μεταναστών και τρομοκρατών, ο περιορισμός της ανεξέλεγκτης απελευθέρωσης των συναλλαγών (παγκοσμιοποίησης), που αναγνωρίζεται, γενικώς πια, ως το σύστημα που δημιούργησε ελάχιστους νικητές και πολυάριθμους ηττημένους, καθώς  και η απόδοση πρωταρχικής σημασίας στην ανάπτυξη της εθνικής οικονομίας και στη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου  των πολιτών, χάρη στη χρήση εθνικού νομίσματος. Ως  πρώτο συμπέρασμα, σχετικό με τις γαλλικές προεδρικές εκλογές είναι η διαπίστωση  ότι οποιοσδήποτε και αν ήταν ο αντίπαλος της Marine Le Pen θα είχε εκλεγεί, με μοναδικό στόχο τον αποκλεισμό της.
2. Ως δεύτερο σημαντικό χαρακτηριστικό των γαλλικών προεδρικών εκλογών είναι το ότι κρίθηκε περιττό να γίνει πριν από την εκλογή, σε βάθος  αντιπαράθεση και αξιολόγηση  των προγραμμάτων των δύο υποψηφίων για την προεδρεία
Αντιθέτως, το πρόγραμμα του Emmanuel Macron υιοθετήθηκε εν λευκώ, και  χωρίς προβληματισμό, από την καθεστηκυία τάξη της Γαλλίας, και από τους ψηφοφόρους της οι οποίοι, όπως ανακοινώθηκε, ανήκαν στους "πιο μορφωμένους και πιο πλούσιους" Γάλλους. Είναι πιθανόν να είναι έτσι. Αλλά, το υπόλοιπο, εκπληκτικά σημαντικά κομμάτι των ψηφοφόρων, που ψήφισε το Εθνικό Μέτωπο, ή που ψήφισε  λευκό, ή που δεν προσήλθε στα εκλογικά τμήματα, σε ποιά άραγε αποφράδα κατηγορία ανήκει; Στους φασίστες; Στους αμόρφωτους; Στους μη προοδευτικούς;  Ο γαλλικός λαός χωρίστηκε ουσιαστικά στα δύο, και αυτή είναι η πιο επικίνδυνη και η πιο επώδυνη συνέπεια αυτών των προεδρικών εκλογών.
          Αλλά, να  επανέλθουμε για λίγο στα προγράμματα  του εκλεγέντος Emmanuel Macron και της Marine Le Pen. Το πρόγραμμα του πρώτου δεν περιέχει, τουλάχιστον με βάση ότι ανακοινώθηκε ως σήμερα, απολύτως τίποτε το νέο. Αποτελεί τη συνέχεια της μέχρι τώρα κατάστασης, υπογραμμίζοντας την "ευρωπαϊκή πορεία" και, βέβαια, την "παγκοσμιοποίηση". Θα μπορούσε να προστεθεί ότι ενισχύεται ο νεοφιλελεύθερος χαρακτήρας του περιεχομένου του, κυρίως χάρη στην ανακοίνωση του νέου προέδρου, περί της ανάγκης απόλυσης 120.000 δημοσίων υπαλλήλων μέτρο, που όπως είναι γνωστό, βρίσκεται στην καρδιά των νεοφιλελεύθερων μεταρρυθμίσεων. Ωστόσο, η "συνέχεια" δεν είναι  εκ προοιμίου ευνοϊκή, για την περίπτωση της Γαλλίας, η οποία λιμνάζει σε οικονομική στασιμότητα, έχει υψηλή και διαρκή ανεργία, έχει χάσει υψηλό ποσοστό της ανταγωνιστικότητάς της, δέχεται επίθεση στο ικανοποιητικό, μέχρι τώρα, κράτος πρόνοιας της, και υφίσταται, συχνά τις, όχι πάντοτε ιδιαίτερα ευγενικές προτροπές της Γερμανίας, για  την ανάγκη μεταρρυθμίσεων. Αντιθέτως, πολλά από τα  στοιχεία, που περιλαμβάνονται στο πρόγραμμα της Marine Le Pen ανοίγουν νέους  ορίζοντες και φαίνεται να είναι αυτά που έρχονται από το μέλλον, και που υιοθετούνται σταδιακά  από την παγκόσμια οικονομία, αφού έχουν ήδη εισέλθει στην οικονομική και εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ. Παρενθετικά, να προσθέσω ότι κάθε 70-80 χρόνια, εναλλάσσονται σε παγκόσμια βάση τα δύο διαθέσιμα συστήματα, αυτό της παγκοσμιοποίησης και αυτό του προστατευτισμού. Και τούτο, επειδή η εφαρμογή τους, ιδίως όταν γίνεται μονομερώς και όχι με συνδυασμό των δύο, οδηγεί προοδευτικά σε καταστάσεις, στις οποίες υπερτερούν τα μειονεκτήματα, έναντι των πλεονεκτημάτων. Το δεύτερο συμπέρασμα που προκύπτει από την παραπάνω ανάλυση είναι ότι οι Γάλλοι, σε αντίθεση με τη φύση και την παράδοσή τους, αρνήθηκαν να ασχοληθούν και να αξιολογήσουν  τα νέα στοιχεία των αλλαγών που έρχονται, προφανώς επειδή αυτά εμφανίστηκαν στο πρόγραμμα της υποψήφιας, που έπρεπε εκ προοιμίου να αποκλειστεί. Παρότι αυτά τα νέα στοιχεία δεν είχαν σχέση με την παραδοσιακή διάκριση αριστεράς, δεξιάς ή και ακροδεξιάς, αλλά ούτε είχαν χαρακτήρα εξτρεμισμού,  αντιμετωπίστηκαν ωστόσο ως να ανήκαν σε αυτήν.

3.Ως τρίτο χαρακτηριστικό των γαλλικών προεδρικών εκλογών είναι το γεγονός ότι δεν δημιούργησε ιδιαίτερο πρόβλημα, σχετικά με την αποδοχή του Emmanuel Macron,  η καταιγιστική,  πολύπλευρη, ισχυρή, και μη ιδιαίτερα διακριτική υποστήριξη του νέου προέδρου της Γαλλίας
  Ο Emmanuel Macron, περίπου άγνωστος μέχρι πριν λίγο, στο ευρύτερο γαλλικό και διεθνές κοινό, χωρίς δικό του κόμμα, χωρίς πολιτικό περίγυρο, επιβλήθηκε σε ελάχιστο χρόνο, ως ο περιούσιος για την γαλλική προεδρεία. Ακόμη και ο Barak Obama έσπευσε να ρίξει το βάρος του, υπέρ του νέου προέδρου, αδιαφορώντας για το ότι, έτσι, πιθανότατα, επηρέαζε  το εκλογικό αποτέλεσμα. Δεν είναι στις προθέσεις μου, όπως άλλωστε το δήλωσα  στην αρχή του παρόντος άρθρου, να προβώ σε κριτική του τρόπου διεξαγωγής της  γαλλικής εκλογικής αναμέτρησης, ή να προσθέσω σκιές στην ταυτότητα του Emmanuel Macron, αλλά τα γεγονότα, από μόνα τους, διαμορφώνουν την πραγματικότητα. Εκφράζω, καταρχήν, την απορία μου για το πως οι Γάλλοι που τον ψήφισαν, και που δεν μπορεί να κατηγορηθούν ως αφελείς, δεν ενδιαφέρθηκαν ωστόσο να ερευνήσουν τους βαθύτερους λόγους αυτής της υποστήριξης, που δέχθηκε ο νέος πρόεδρος ως υποψήφιος, και που όπως είναι γνωστό, δεν ήταν  μόνον από την  πλευρά της Γαλλίας, αλλά και από ολόκληρη την υφήλιο. Και, ακόμη, διερωτώμαι πως δεν δυσανασχέτησαν, για το γεγονός ότι μη Γάλλοι τόλμησαν να τους υποδείξουν πως θα ψηφίσουν. Ας δεχθούμε, λοιπόν, ότι ο νέος πρόεδρος της Γαλλίας είναι εξαιρετικά χαρισματικός, οι ιδιαίτερες ικανότητές του έπεισαν τους Γάλλους που τον ψήφισαν ότι θα εξασφαλίσει στη χώρα τους τη χαμένη της αίγλη, ενώ οι ξένοι που τον υποστήριξαν πίστεψαν ότι η παρουσία του θα ενισχύσει την ειρήνη και τη δημοκρατία στην υφήλιο, αλλά πριν από όλα την ισχύουσα διεθνή οικονομική τάξη. Οπωσδήποτε, η συμβολή των ΜΜΕ, δεν είναι δυνατόν να εκτιμηθεί επακριβώς στο εκλογικό αποτέλεσμα.

Β. Συμπέρασμα
Οι πολύ σημαντικές θεσμικές εξελίξεις, που αφορούν ή που δεν αφορούν τον νεοεκλεγέντα πρόεδρο της Γαλλίας,   καταγράφονται, συνοπτικά, ως εξής. Η παγκοσμιοποίηση, της οποίας η συνέχιση διακυβεύεται ήδη πολύ σοβαρά, ιδίως μετά την άνοδο στην εξουσία του Donald Trump, έχει δημιουργήσει ισχυρότατα επενδυμένα συμφέροντα, κυρίως, στους διεθνείς τραπεζικούς και χρηματοπιστωτικούς  κύκλους. Και από την άλλη πλευρά, ακριβώς τα αποτελέσματα αυτής της παγκοσμιοποίησης, που συνδυάστηκε και με συχνά ακραίας μορφής νεοφιλελευθερισμό, υπήρξαν εξαιρετικά οδυνηρά για τους λαούς της υφηλίου, και κυρίως της Ευρώπης: ανεργία, ανασφάλεια, ελαχιστοποίηση μισθών, απίσχναση της δημοκρατίας, διάρρηξη της κοινωνικής συνοχής, θεοποίηση του κέρδους, υπερβολικός ατομισμός, εκμετάλλευση της εργασίας, άνοδος της εγκληματικότητας,  και πάνω από όλα κορύφωση των κάθε μορφής ανισοτήτων. Οι αρνητικές αυτές συνέπειες, που επιβαρύνουν  τους πολλούς, βρίσκονται στη βάση της δημιουργίας και της ταχύτατης διάδοσης των λεγόμενων "λαϊκίστικων κομμάτων". Οι ολίγοι, που χάνουν τα πολύ σημαντικά προνόμια που, επί 50 περίπου χρόνια, τους εξασφάλισε το ισχύον καθεστώς, κινητοποιούνται και πασκίζουν για την ανατροπή αυτών  των τόσο επικίνδυνων για αυτούς κομμάτων, χρησιμοποιώντας θεμιτά, αλλά και αθέμιτα  μέσα μεταξύ των οποίων είναι και ο προσεταιρισμός όσο περισσότερων ΜΜΕ είναι εφικτός σε κάθε περίπτωση. Την πρώτη παράσταση αυτής της βίαιης σύγκρουσης, ανάμεσα στο κατεστημένο και στο νέο καθεστώς, παρακολούθησε με κομμένη την ανάσα η υφήλιος, κατά την εκλογή του Donald Trump. Τηρουμένων των αναλογιών, η σφοδρότητα των κατηγοριών εναντίον του, από κάθε πλευρά, βρίσκεται προς την ίδια κατεύθυνση με την πρόσφατη εναντίον της Marine Le Pen.
          Έτσι, οι "λαϊκιστές" κατηγορούνται με απίστευτη ευκολία, ως εχθροί της δημοκρατίας, ως καθυστερημένοι και αμόρφωτοι, ως φασίστες, ως εξαιρετικής επικινδυνότητας για τις κοινωνίες τους, ή και ως άτομα που εξυπηρετούν σκοτεινά συμφέροντα. Το πρώτο και κυρίαρχο μέλημα των οπαδών του ισχύοντος καθεστώτος είναι, χωρίς αμφιβολία, η προσπάθεια εμφύτευσης, σε καίριες θέσεις, δικών τους ανθρώπων, προκειμένου να καταλάβουν κυβερνητικές θέσεις  κυρίως οικονομικού περιεχόμενου, υπουργικές  ή και πρωθυπουργικές, ώστε να εξασφαλιστεί, χωρίς περιπέτειες, η  συνέχιση της ίδιας πορείας  με πριν: "ευρωπαϊκή", "νεοφιλελεύθερη", "παγκοσμιοποιητική".  Παρόμοιες μεθοδεύσεις έχουν ευοδωθεί με επιτυχία στην ελληνική περίπτωση, καθώς και σε άλλες χώρες, κυρίως, της Νότιας Ευρώπης.  Η στρατιά αυτή των εκκολαπτόμενων, έτσι, πολιτικών αποτελείται, συνήθως, από στελέχη του ευρύτερου τραπεζικού συστήματος, το οποίο εξυπακούεται ότι οφείλουν να εξυπηρετούν. Η ήδη πλούσια και πολύπλευρη εμπειρία των "φυτευτών πολιτικών" δεν μπορεί, βέβαια να διαψευστεί, αλλά δεν αποκλείεται να έχει αφήσει εκτός πεδίου δράσης την περίπτωση των πρόσφατων εκλογών στη Γαλλία. Το μέλλον θα δείξει.


         
           


                                                                             



ÉLECTIONS FRANÇAISES par Maria Negreponti-Delivanis, 08.05.2017

ÉLECTIONS FRANÇAISES
par Maria Negreponti-Delivanis, 08.05.2017

La France fête l'élection d'Emmanuel Macron, 39 ans, qui est le plus jeune président de la République française, mais aussi le plus jeune président d'Europe. L'apparence soignée d'Emmanuel Macron attire facilement la sympathie, il a suivi des études sérieuses, sa carrière professionnelle et politique ne sont pas encore entachées de scandales, ou du moins nous n'en avons pas connaissance, et en plus il fait preuve d'une maîtrise de soi remarquable, même à des moments où un certain degré d'émotion paraît aussi inévitable que souhaitable. Il endosse la charge de gouverner un peuple doté d'un niveau culturel moyen élevé, fortement enclin à la critique et à l'analyse objectives des faits, respectueux de son histoire et de sa culture, ayant une nette préférence pour les solutions avant-gardistes tout au long de son histoire.
Il n'est pas dans mes intentions de critiquer les choix des Français qui résultent des élections présidentielles. Je me contenterai de souligner certaines manifestations difficilements explicables, qui invalident indirectement la liberté de choix des électeurs, et qui risquent de faire perdurer une situation non satisfaisante du passé, tant pour la France que pour l'Europe.

Ce qui a caractérisé les élections présidentielles:
1. La question n'était pas de promouvoir le meilleur candidat, mais dès le début d'évincer Marine Le Pen
Le message qui a dominé dès le premier tour et qui s'est fait plus impérieux au deuxième tour, était la diabolisation de la présidente du Front National, et tenter de la faire tomber à tout prix et par tous les moyens. La présidente du FN est apparue dans la quasi totalité des médias, et pas seulement français, comme la menace absolue qui devait être neutralisée par tous les moyens. En état de quasi panique, même les journaux orientés à gauche, sans donner davantage d'explications, ont tous trouvé normal d'avoir pour cible commune Marine Le Pen, qui devait disparaître "car fasciste et les convictions de son parti sont extrêmes et dangereuses".
Et il est vrai que le FN constitue la continuité du parti fondé par son père, Jean-Marie Le Pen, qui était effectivement fasciste et réprouvé à tout point de vue, atteignant des sommets quand il refusait l'existence de l'Holocauste. Mais sa successeur, Marine Le Pen, a pris soin, de manière constante et convaincante, de rejeter ces éléments inacceptables, et de les remplacer par d'autres qu'il est difficile, voire impossible, de considérer comme fascistes ou même d'extrême droite. Plus particulièrement, son programme social, favorable aux plus démunis socialement, ne diffère pas des lignes directrices de son équivalent à gauche, Jean-Luc Mélenchon, alors que dans son ensemble, son contenu relève des autres nouveaux partis politiques, qualifiés de populistes, qui ont conquis les États-Unis et qui montent rapidement en Europe. Ces partis, orientés à droite ou à gauche, et dont la montée a justement affaibli la distinction traditionnelle entre la gauche et la droite, se tournent contre le régime en vigueur, autrement dit le libéralisme et la mondialisation. Leurs lignes centrales sont le contrôle des frontières nationales afin de bloquer la libre circulation des immigrés clandestins et des terroristes, réduire la libéralisation incontrôlée des échanges (la mondialisation) système désormais généralement reconnu comme étant celui qui a créé peu de gagnants et une multitude de perdants, et l'importance essentielle qu'ils donnent à la croissance de l'économie nationale et à l'amélioration du niveau de vie des citoyens, grâce à la monnaie nationale. Un premier constat, concernant les élections présidentielles françaises, est que n'importe adversaire de Marine Le Pen aurait été élu, dans le seul but de l'exlure.
2. Le deuxième point caractéristique notoire des élections présidentielles françaises est qu'il a été jugé superflu de confronter et d'évaluer les programmes des deux candidats à la présidence avant le deuxième tour de l'élection.
Bien au contraire, le programme d'Emmanuel Macron a reçu sans aucun problème un blanc-seing de la part de l'ordre établi français et des électeurs lesquels, comme cela a été déclaré, appartiennent à la part la "mieux formée et la plus riche" des Français. Et c'est probablement le cas. Mais les autres, la part bien plus importante des électeurs qui a voté pour le FN, ou qui a voté blanc, ou qui ne s'est pas rendu aux urnes, à quelle catégorie néfaste appartient-elle? Aux fascistes? Aux incultes? Aux non-progressistes? Le peuple français s'est en fait divisé en deux, et c'est bien la conséquence la plus dangereuse et la plus douloureuse de ces élections présidentielles.
Mais, revenons pour un peu aux programmes du nouveau président élu Emmanuel Macron et de Marine Le Pen. Le programme du premier ne comporte, du moins d'après ce qui a été déclaré jusqu'à présent, absolument rien de nouveau. Il est dans la continuité de la situation actuelle, insistant sur la "voie européenne" et la "mondialisation". On pourrait ajouter que le caractère néolibéral de son contenu a est renforcé, surtout par la déclaration du futur nouveau président, relative à la nécessité de supprimer 120 000 postes de fonctionnaires, mesure qui, comme on le sait, est au cœur des réformes néolibérales. Par conséquent, la "suite" n'est a priori pas favorable dans le cas de la France touchée par la stagnation économique, qui a un taux de chômage élevé et constant, qui a perdu une part importante de sa compétitivité, qui voit l'État-providence jusqu'à présent satisfaisant mis à mal, et qui subit souvent les incitations pas toujours aimables de l'Allemagne à des réformes nécessaires. Par contre, nombre d'éléments figurant dans le programme de Marine Le Pen ouvrent de nouveaux horizons, qui semblent arriver de l'avenir et sont progressivement adoptés par l'économie mondiale, puisqu'ils ont déjà été introduits dans la politique économique et étrangère des États-Unis. Entre parenthèses, ajoutons que tous les 70-80 ans, les deux systèmes existant au niveau mondial se succèdent en alternance, celui de la mondialisation et celui du protectionnisme. Et cela car leur mise en œuvre, particulièrement lorsqu'elle devient unilatérale et ne combine pas les deux, conduit peu à peu à des situations où ce sont les inconvénients et non les avantages qui l'emportent. La deuxième conclusion qui ressort de l'analyse ci-dessus est que les Français, contrairement à leur nature et à leur tradition, ont refusé de s'intéresser et d'évaluer les nouveaux éléments des changements qui arrivent, manifestement parce que ces changements figuraient dans le programme de la candidate qu'il fallait avant tout "éliminer". Bien que ces nouveaux éléments aient été sans rapport avec la distinction traditionnelle gauche, droite et extrême droite, et qu'ils n'aient rien à voir avec l'extrémisme, ils ont été jugés comme en faisant partie.
3. Le troisième élément caractéristique de ces élections présidentielles françaises, est le fait qu'Emmanuel Macron a reçu un accueil en rafale, de toute part, fort et pas vraiment discret, et que cela n'a posé aucun problème particulier à son élection.
Emmanuel Macron, presque inconnu jusque récemment du grand public français et international, sans parti politique ni entourage politique, s'est très vite imposé comme l'homme providentiel de la présidence française. Même Barak Obama s'est empressé de peser en faveur du nouveau président, indifférent au fait qu'ainsi, il pouvait influencer le résultat des élections. Il n'est pas dans mon intention, comme je l'ai d'ailleurs déclaré au début du présent article, de formuler une critique de la manière dont se déroulent les élections en France, ou de ternir l'identité d'Emmanuel Macron, mais ce sont les faits qui façonnent eux-mêmes la réalité. J'exprime par ailleurs mon étonnement de la façon dont les Français qui ont voté pour lui, et dont on ne peut penser qu'ils soient naïfs, n'ont pas cherché à comprendre les raisons profondes de ce soutien apporté au candidat à la présidence, soutien qui, comme on le sait, ne venait pas seulement de France mais du monde entier. Et je me demande aussi comment il est possible qu'ils ne se soient pas indignés du fait que des non Français aient l'audace de leur dire quoi voter. Acceptons donc le fait que le nouveau président de la France soit particulièrement charismatique, que ses qualités aient convaincu les Français qui ont voté pour lui qu'il rendra à leur pays son rayonnement perdu, tandis que les étrangers qui l'ont soutenu ont cru que sa présence renforcera la paix et la démocratie dans le monde, mais avant tout l'ordre économique international en vigueur. Quoi qu'il en soit, il est impossible d'évaluer avec exactitude la contribution des médias au résultat des élections.

 Conclusion
Les évolutions institutionnelles très importantes qui concernent ou ne concernent pas le nouveau président élu de la France, peuvent se résumer comme suit. La mondialisation dont la poursuite est déjà sérieusement compromise, notamment depuis l'arrivée au pouvoir de Donald Trump, a créé de très puissants intérêts investis surtout dans les milieux bancaires et financiers internationaux. Et de l'autre côté, il y a justement les effets de cette mondialisation combinée à une forme de néolibéralisme souvent extrême, qui ont été fortement douloureux pour les peuples du monde entier, surtout en Europe: chômage, précarité, baisse des salaires, recul de la démocratie, éclatement de la cohésion sociale, encouragement du profit, individualisme exagéré, exploitation du facteur                                      travail, montée de la criminalité, et plus que tout explosion des inégalités sous toutes leurs formes. Ces conséquences négatives qui pèsent sur la plupart sont à l'origine de la création et de la prolifération desdits "partis populistes". Les autres, très peu nombreux, qui perdent les privilèges très importants que durant 50 ans leur ont assuré le régime en place, se mobilisent et s'efforcent de renverser ces partis politiques si dangereux pour eux, utilisant de façon licite et illicite des moyens, parmi lesquels le ralliement du plus grand nombre possible de médias. La première représentation de ce conflit violent, entre le régime en place et le nouveau, a été suivi avec beaucoup d'intérêt par le monde entier lors de l'élection de Donald Trump. Toutes proportions gardées, la véhémence des accusations qui se sont abattues sur lui de toute part va dans le même sens que celle dont a fait l'objet Marine Le Pen.
C'est ainsi que les "populistes" sont accusés avec une facilité incroyable, d'être les ennemis de la démocratie, attardés et incultes, fascistes, extrêmement dangereux pour la société de leur pays, accusés aussi d'être au service d'intérêts de l'ombre. La préoccupation suprême des défenseurs du régime en place est, à n'en pas douter, d'implanter les leurs afin d'occuper des postes gouvernementaux surtout liés à l'économie, premiers ministres ou ministres, de sorte à assurer, sans trop de risques, la poursuite de la même politique qu'avant: "européenne", "néolibérale", "mondialiste". Des méthodes similaires ont été couronnées de succès dans le cas de la Grèce et dans d'autres pays, notamment en Europe du sud. Cette armée d'hommes politiques naissants est habituellement composée de cadres du système bancaire en général, qu'ils se doivent, cela va sans dire, de servir. L'expérience déjà riche et multilatérale de ces "hommes politiques implantés" est incontestable, évidemment, mais il n'est pas exclu que dans le cas des récentes élections, la France ne soit pas restée hors de leur champ d'action.  

   

Τετάρτη, 3 Μαΐου 2017

ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΟΥ ΧΡΕΟΥΣ ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΛΥΣΗ ΕΝΤΟΣ     ΜΝΗΜΟΝΙΩΝ
      Της Μαρίας Νεγρεπόντη-Δελιβάνη             22.04.2017
===============================================
Σε πείσμα της κυβερνητικής  αισιοδοξίας, και των διαβεβαιώσεων  ότι αισίως  τελειώνει η δεύτερη αξιολόγηση, και ότι  στη συνέχεια δεν θα έχουμε πρόβλημα, η πραγματικότητα είναι εντελώς διαφορετική. Καθώς το ελληνικό χρέος δεν είναι βιώσιμο χωρίς μια γενναία  ελάφρυνση, και καθώς αυτή η ελάφρυνση δεν είναι ορατή,  ο τρόπος αντιμετώπισής του τα επτά τελευταία χρόνια,   συνοψίζεται στη λήψη  καθαρά  βραχυχρόνιων, ή ορθότερα "πυροσβεστικών μέτρων". Αναβάλλεται, έτσι, συνεχώς, η  μακροχρόνια, και οριστική λύση του, που ανατίθεται σε ένα   αδιευκρίνιστο μέλλον.
            Το  ΔΝΤ προσπάθησε,  μέχρι σήμερα, να δικαιολογήσει τη συμμετοχή του στο πρόβλημα  του ελληνικού χρέους, ρίχνοντας το βάρος του, ολοκληρωτικά, στη μία από τις δύο υποχρεώσεις του, δηλαδή στην ανάγκη  παροχής  δανείων σε οικονομίες που τα χρειάζονται, προκειμένου να μη διασαλευθεί η παγκόσμια δημοσιονομική ισορροπία.  Η άρνηση, όμως, της ΕΕ να λάβει αποτελεσματικά μέτρα για τη διασφάλιση της  βιωσιμότητας του ελληνικού χρέους, καθιστά εξαιρετικά δύσκολη, αν όχι πια αδύνατη την παραμονή του ΔΝΤ στην Ελλάδα. Και τούτο, εξαιτίας της δεύτερης  υποχρέωσής του, αυτής που του επιτρέπει   παρέμβαση  μόνο σε περίπτωση χωρών, των οποίων το χρέος είναι αντιμετωπίσιμο. Η αγωνία, εξάλλου,  του ΔΝΤ ενισχύθηκε πρόσφατα, και εξαιτίας του  υπερβολικά υψηλού πρωτογενούς πλεονάσματος που εξασφάλισε η Ελλάδα το 2016. Παρότι, αυτό, εμφανίστηκε ως θρίαμβος από τους κυβερνώντες,  στην πραγματικότητα  επιβάρυνε  τη μακροχρόνια προοπτική του χρέους. Πράγματι, ενώ ο στόχος που συμφωνήθηκε με τους δανειστές ήταν 0,5% του ΑΕΠ για το 2016, αυτό έφθασε στο 3,9% (ή στο 4,2% σύμφωνα με ελληνικούς υπολογισμούς), αντίστοιχα. Η τεραστίων  διαστάσεων αυτή διαφορά, που επιπλέον αφορά μέτρο κατεξοχήν οδυνηρό για τους Έλληνες, εκλαμβάνεται, και δικαιολογημένα,  ως απόδειξη  της αδυναμίας των αρμοδίων να ελέγξουν  στοιχειωδώς τις  μακροοικονομικές εξελίξεις.  Επιπλέον, το  μη αναμενόμενο αυτό πρωτογενές πλεόνασμα, που άγγιξε τόσο δυσθεώρητο ύψος, δημιουργεί εύλογη αβεβαιότητα για τη δυνατότητα  ομαλής συνέχισής του (παρότι, τα απαιτούμενα από τους δανειστές, υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα αποτελούν την ελπίδα, έστω και πολύ αμυδρή, βιωσιμότητας του χρέους). Τέλος, δημιουργείται και φαύλος κύκλος,  δεδομένου ότι   τα υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα αναιρούν  τη δυνατότητα  βιωσιμότητας  του χρέους,  καθώς συνεπάγονται   αφαίμαξη της πραγματικής οικονομίας, που  με τη σειρά της αποκλείει την  ανάπτυξη.  
            Με τις συνθήκες αυτές, και εφόσον, φυσικά, δεν υπάρχει περίπτωση η ΕΕ να πειστεί να βοηθήσει, ουσιαστικά, την Ελλάδα, για λόγους κυρίως πολιτικούς και όχι μόνο,  το ΔΝΤ εμφανίζεται μη  διατεθειμένο να συνεχίσει την παρουσία του.  Εκτός από τις συνεχείς σχετικές δηλώσεις του,  του τελευταίου έτους, η πρόθεση του μη συμμετοχής στο ελληνικό πρόγραμμα  προκύπτει ακόμη και από τις αλλεπάλληλες πρόσφατες  συναντήσεις, που είχε ο  Έλληνας   υπουργός Οικονομικών, με αξιωματούχους της ΕΕ. Παρότι, το περιεχόμενο των συζητήσεων  που έλαβαν χώρα  στις συναντήσεις αυτές δεν έγινε επίσημα  γνωστό,  ωστόσο διέρρευσαν  τα κυριότερα σημεία τους.                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                       Έστω, όμως και αν υποτεθεί ότι τελικά το ΔΝΤ θα πειστεί να παραμείνει στο ελληνικό πρόβλημα,  είναι  βέβαιο ότι δεν θα συμμετάσχει στην παροχή δανείων.
            Το πόσο χαώδης  είναι η απόσταση ανάμεσα στα καθησυχαστικά, και συχνά ενθουσιώδη σχόλια των κυβερνώντων και στην πραγματικότητα (ή ανάμεσα στη βραχυχρόνια/επιπόλαιη και τη μακροχρόνια θεώρηση του  προβλήματος του ελληνικού χρέους) προβάλλει μέσα από πρόσφατη έρευνα του  Ινστιτούτου  Διεθνούς Οικονομίας Petersen, που εκπονήθηκε από τον ειδικευμένο σε θέματα δημοσίου χρέους, πρώην στέλεχος του ΔΝΤ και πρόσφατα σύμβουλο του Γερμανού υπουργού Οικονομικών,  Jeromin Zettelmeyer. Την έρευνα αυτή, που περιλαμβάνει 53 σελίδες,  συμβουλεύονται ήδη όλοι όσοι έχουν κάποια σχέση με την πορεία και την αντιμετώπιση του ελληνικού χρέους.
            Πιο συγκεκριμένα, το  βασικό ερώτημα,   που  ζητήθηκε να απαντηθεί από τον  Jeromin Zettelmeyer και το επιτελείο του, ήταν το ακόλουθο: "τι ποσό ελάφρυνσης χρέους θα απαιτηθεί για την Ελλάδα;". Και η απάντηση είναι: "100 δισεκατομμύρια Ευρώ, για να παραμείνει η Ελλάδα στην επιφάνεια", δεδομένου ότι τώρα είναι ήδη ουσιαστικά χρεοκοπημένη.  Στο ίδιο αυτό συμπέρασμα κατέληξαν και όλες οι προηγούμενες σχετικές μελέτες, που συνοψίζεται στη διαπίστωση ότι "δεν υπάρχει εύκολη έξοδος από το ελληνικό αδιέξοδο".
            Επειδή πρέπει να είναι  πέρα για πέρα ξεκάθαρο, ότι η ΕΕ δεν  πρόκειται να  μας χορηγήσει 100 δισεκατομμύρια Ευρώ,  το χρέος μας θα παραμείνει, στους αιώνες, μη βιώσιμο, με αποτέλεσμα, το τρίτο μνημόνιο να το διαδεχθεί το τέταρτο, και το τέταρτο το πέμπτο, κ.ο. κ. Και στο μεταξύ,  η όποιας μορφής βελτίωση της πραγματικής οικονομίας, η διενέργεια πραγματικών επενδύσεων (σε αντίθεση με τις κερδοσκοπικές και αυτές του ξεπουλήματος της χώρας), η απορρόφηση της τεράστιας ανεργίας, και με μια λέξη η ανάπτυξη, θα αποτελεί την ουτοπία ενός πλανήτη που θα απομακρύνεται ολοένα περισσότερο από την Ελλάδα. Στα επτά αυτά χρόνια, από την αρχή της κρίσης και μέχρι σήμερα, οι υποτιθέμενες "νίκες" των μνημονίων αφορούν ψυχρούς αριθμούς, ενόσω η πραγματική οικονομία  καταποντίζεται και η χώρα αλύπητα εκποιείται. Ακριβώς επειδή δεν υπάρχει δυνατότητα  λύσης με τα μνημόνια, με  τις δήθεν μεταρρυθμίσεις που δεν πρόκειται περί μεταρρυθμίσεων και με  τις προσπάθειες εμφάνισης των  πάντοτε δυσμενών  διαθέσεων  των δανειστών απέναντί μας, ως δήθεν ευνοϊκές,  οι κυβερνώντες  μονίμως απασχολούνται και μονίμως απασχολούν και το λαό:
* με ανούσιες   διαπραγματεύσεις και αξιολογήσεις,
*με ισοδύναμα και αντίμετρα,
* καθώς  και με άλλες θλιβερά αναποτελεσματικές επινοήσεις,
που  όχι απλώς  οδηγούν  στο πουθενά, αλλά επιπλέον επιδεινώνουν κάθε φορά και περισσότερο τις άθλιες συνθήκες διαβίωσης που σταδιακά επιβάλλονται σε  ολοένα  μεγαλύτερο ποσοστό του ελληνικού λαού.
            Διαπραγματεύσεις και αξιολογήσεις αποτελούν, έτσι,  το άλλοθι της μη αναζήτησης αποτελεσματικής λύσης στο πρόβλημα του ελληνικού χρέους.
            Το πρόβλημα του χρέους είναι μακροχρόνιο και μόνον έτσι οφείλει να αντιμετωπιστεί.  Η λύση  του ελληνικού προβλήματος  απαιτεί συνεχή και ταχύρρυθμη ανάπτυξη. Η διαιώνιση  άρνησης της  προσπάθειας  για  εξασφάλιση αυτής της μοναδικής λύσης (που είναι αδύνατη εντός μνημονίων και ευρώ) απειλεί να την  εξαφανίσει, εξαιτίας επέκτασης και εντατικοποίησης της εξαθλίωσης,  εξαιτίας  μαζικής φυγής των νέων στο εξωτερικό, εξαιτίας υπογεννητικότητας, εξαιτίας   τέλος,  της απώλειας του πλούτου της χώρας, που με επιταχυνόμενο πια ρυθμό περνά σε ξένα χέρια.

            Είναι, λοιπόν, κατεπείγουσα η ανάγκη να πάρουμε   τις τύχες στα χέρια μας, με όσες  θυσίες  και αν συνεπάγεται  αυτή η απόφαση. Είναι κατεπείγουσα η ανάγκη να βάλουμε τέλος στο δράμα των επτά τελευταίων ετών. Είναι κατεπείγουσα η ανάγκη να επανακτήσουμε την πολύ σημαντική ισχύ που εξασφαλίζει ένα εθνικό νόμισμα, και να αρχίσουμε να ξανακτίζουμε την καταστραμμένη πατρίδα μας. Είναι  κατεπείγουσα     η ανάγκη να αποβάλλουμε τον τρόμο, που εν πολλοίς μας υποβάλλεται, για το τι θα μας συμβεί αν βγούμε εκτός μνημονίων, ενόσω μας συμβαίνει ότι  χειρότερο υπάρχει, με την παραμονή μας εντός αυτών. Και πάνω από όλα είναι  κατεπείγουσα η ανάγκη να παύσουμε να βαυκαλιζόμαστε  με αυταπάτες του τύπου: "η ευρωπαϊκή μας πορεία είναι αδιαπραγμάτευτη". Γιατί, ακριβώς αυτή η πορεία θα πρέπει θεωρηθεί απολύτως διαπραγματεύσιμη,  αν υπάρχουν ακόμη  κάποιες πιθανότητες  για να σωθούμε.