Τρίτη, 26 Φεβρουαρίου 2013

ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ ΣΤΟ ΓΙΩΡΓΟ ΤΣΑΠΟΓΑ


ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ ΣΤΟ ΓΙΩΡΓΟ ΤΣΑΠΟΓΑ

Την 1η Μαρτίου θα έκλεινε τα 91. Έφυγε, δηλαδή, όπως λέμε «πλήρης ημερών». Ωστόσο, με το πρωινό τηλεφώνημα της Ίρκας, της γυναίκας του, που μου ανάγγελλε  πως ο Γιώργος Τσαπόγας  έφυγε  χθες από τη ζωή, αισθάνθηκα να με καταπίνει μια έρημος, γύρω μου.

Είχα, τελευταία, μιλήσει μαζί του στο τηλέφωνο και η συνομιλία μας μου άφησε ένα αδιόρατο, αλλά ανησυχητικό προαίσθημα, ίσως επειδή ήταν η πρώτη φορά που ερχόμουν στην Αθήνα, και δεν  είχε σπεύσει  να με ρωτήσει : «πότε θα πάμε να φάμε εκείνα τα ωραία μανιτάρια, και να τα πούμε; Γιατί, έχουμε να πούμε πολλά». Αλλά, ακόμη, και επειδή πρόσθεσε: «Σχεδιάζεις καμιά εκδήλωση, καμιά ομιλία; Θα έρθω και με καροτσάκι να σ’ ακούσω». Έτσι, σκεφτόμουν αυτές τις τελευταίες ημέρες να πάω να τον δω στο σπίτι του….αλλά, δυστυχώς, δεν πρόλαβα. Και δεν θα μπορέσω  ούτε στην κηδεία του να πάω για να  τον αποχαιρετίσω, μια και η Ίρκα με πληροφόρησε ότι θα καεί, όπως ήταν η επιθυμία του. Αν και είχαμε  συζητήσει για  πολλά θέματα δεν είχε ποτέ μιλήσει γι αυτήν του την απόφαση. Όμως, τώρα που το σκέπτομαι, έχω τη βεβαιότητα  πως ήταν κάτι που του πήγαινε.  

Ο Γιώργος Τσαπόγας ήταν φίλος μου και όχι μια απλή γνωριμία, από τις αναρίθμητες και χωρίς ουσία.  Γι αυτό και η απουσία του θα με βαραίνει, ως το  τέλος και των δικών μου ημερών.

Άτομο με πάρα πολλά ενδιαφέροντα, με δραστηριότητες μέχρι την τελευταία του ώρα- έφυγε, δίνοντας μια συνέντευξη για τον εμφύλιο- με ώριμες επιλογές και πολύ δουλεμένες πεποιθήσεις,  με γρήγορη σκέψη  και ορθή κρίση υπηρέτησε στη ζωή του  πολλές και σημαντικές  ιδιότητες. Πάνω, όμως, απ’ όλες  ήταν ο   άνθρωπος, με κεφαλαίο το Α και αυτή η κορυφαία ιδιότητά του υπερίσχυε όλων των άλλων, δηλαδή και του αριστερού, και του δημοσιογράφου και του οικονομικού αναλυτή, και του  αγωνιστή, και του καλλιτέχνη και του οραματιστή. Αναζητούσε, όπως όλοι,  την αναγνώριση της προσωπικότητας και των ικανοτήτων του, αλλά την απαιτούσε ουσιαστική,  απορρίπτοντας  χωρίς δεύτερη σκέψη,  το σύνολο των συνηθισμένων και τόσο κενού περιεχομένου  φιλοφρονήσεων. Ήθελε φίλους πραγματικούς, γύρω του, ο Γιώργος και όχι κόλακες. Με σπάνιες και αξιαγάπητες  ευαισθησίες, που πάσκιζε  αδέξια να κρύβει ο Γιώργος ήταν, ενσυνείδητα,  μη  ανθρωποκεντρικός, και μια από τις βαθιές του ικανοποιήσεις ήταν η συστηματική περίθαλψη αδέσποτων γατιών και σκυλιών, στη γειτονιά του, αλλά και η ενασχόληση με νεογέννητα χελωνάκια στον κήπο του. Εξάλλου, τα κλαδιά των δένδρων αποκτούσαν ζωή στα  δικά του χέρια, και είμαι ευτυχής που έχω αρκετά από τα έργα του, αυτά,  στο σπίτι μου.

Ο Γιώργος, είχε μια πολύ γεμάτη και ενδιαφέρουσα, αν και όχι πάντοτε, εύκολη ζωή. Με αγώνες, με εμφύλιο, με εξορίες, με διώξεις αλλά και με αναγνωρίσεις, αλλά και με αδιάκοπη καταγραφή των σκέψεών του, σε πλήθος  άρθρων και βιβλίων, αλλά και με μια τρυφερή οικογενειακή ζωή. Για πολλά χρόνια ήταν δημοσιογράφος στο εξαιρετικό περιοδικό «Οικονομικός Ταχυδρόμος», που δυστυχώς έπαψε εδώ και χρόνια να κυκλοφορεί, αλλά και σε άλλες εφημερίδες και περιοδικά.  Οραματιζόταν έναν κόσμο δίκαιο, χωρίς πολέμους και χωρίς εκμετάλλευση των ασθενέστερων. Τον τελευταίο καιρό ήταν θλιμμένος μέχρι θανάτου-και πώς να μην ήταν;- με όσα τραγικά βίωνε η χώρα και ο λαός μας, και αναζητούσε με αγωνία ελπίδες, που όμως δεν φαίνονταν πουθενά. Ο Γιώργος, όπως και πολλοί άλλοι ανάμεσά μας, έθετε το ανελέητο ερώτημα για το που πήγαν οι τόσες και τόσες θυσίες και προσπάθειες, για βελτίωση των βιοτικών συνθηκών  στο τόπο μας και στον κόσμο, τώρα που καταποντίζεται το παν.

Όταν, το 2000,  ετοίμαζα για δημοσίευση το βιβλίο μου «Η Συνωμοτική Παγκοσμιοποίηση», είχαμε κάνει ατέλειωτες συζητήσεις για τη νέα αυτή λαίλαπα, και συμφωνούσε απόλυτα με τις απαισιόδοξες προβλέψεις μου. Έψαχνα, τότε, ένα συμβολικό εξώφυλλο για εκείνο το βιβλίο, που να  συμφωνεί με τον τίτλο, που  είχα επιλέξει. Και κάποια στιγμή, ο Γιώργος μου έφερε το σκίτσο με τις μάσκες-ότι καλύτερο δηλαδή για το εξώφυλλο-, και τελικά οι μάσκες  του Γιώργου  έκαναν μεγάλο περίπατο στον  κόσμο, αφού το περί ου βιβλίο μεταφράστηκε στα γαλλικά, στα ρουμανικά και στα ρωσικά, κάνοντας  και πολλές εκδόσεις. Αλλά, και πέρα από το εξώφυλλο, που εκτιμήθηκε και θεωρήθηκε από πολλούς, ως ευρηματικό, ο εκτεταμένος πρόλογος του βιβλίου είναι μια συνέντευξή μου, με τον Γιώργο Τσαπόγα και με ερωτήσεις εξαιρετικά σωστά επιλεγμένες από τον ίδιο.  Στη συνέχεια, ο Γιώργος ήταν συντονιστής στις παρουσιάσεις όλων, σχεδόν, των βιβλίων μου, για τα οποία ετοίμαζε με ιδιαίτερη προσοχή  τις σχετικές του παρεμβάσεις.

Με το φτωχό αυτό σημείωμα, Γιώργο σε αποχαιρετώ. Καλό σου ταξίδι, όπου πας, κι αν κάπου πας. Για μένα, ωστόσο, ήσουν ένας πολύ αγαπητός, πολύ σημαντικός και πολύτιμος  φίλος. Γι αυτό και είμαι σίγουρη ότι δεν θα φύγεις ποτέ από τη σκέψη μου. Και, ναι, πιστεύω ότι η μεταθανάτια ζωή είναι οι θύμησες αυτών που μένουν γι αυτούς που έφυγαν. Είχε δίκαιο ο ιερέας εκείνος, όταν  λίγο καιρό αφού έχασα τον δικό μου Δημήτρη, τον ρώτησα με αγωνία : « μα που, επιτέλους, βρίσκονται οι αγαπημένοι μας, που δεν είναι πια μαζί μας»;  Και εκείνος, τότε, έφερε το χέρι του στο κεφάλι του, και απάντησε απλά: «εδώ, μέσα βρίσκονται και ζουν με τη σκέψη μας».   

Μαρία Νεγρεπόντη-Δελιβάνη                                                                                                                26.02.2013




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου